Η ΔΥΑΔΙΚΗ ΜΟΝΑΔΑ ΤΟΥ ΘΟΔΩΡΟΥ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗ

Ο Θόδωρος Παπαγιάννης εναποθέτει στο έργο του, στην παραλιακή επίχωση, το απόσταγμα της φορμαλιστικής πληρότητας και τεχνικής αρτιότητας, που προκύπτει από τη μακροχρόνια εξερεύνησή του στη θεματική των δύο φιγούρων με τη μορφή δυαδικής μονάδας.

Στην πενηντάχρονη θητεία του στη γλυπτική, που πάει πίσω στα παιδικά του χρόνια, ο Θόδωρος Παπαγιάννης δουλεύει μ’ όλων των ειδών τα υλικά, αφουγκράζεται ωστόσο τις προσταγές της δικής του έφεσης για να επιλέξει συνειδητά αυτά που ενδιαθέτουν το μεγαλειώδες προβάδισμα στη σύλληψη του φωτός, την πέτρα και το μάρμαρο.

Μέσα από τον πειραματισμό του στους ορίζοντες που διανοίγει η κλασική δημιουργία, ο πλούτος του λαϊκού πολιτισμού και οι νεότερες τάσεις στην εξελικτική πορεία της τέχνης, αποκρυσταλλώνει τη θεώρηση ενός σύγχρονου και συνάμα κλασικού καλλιτέχνη για τον οποίο πέρα και πάνω από τη θεματολογική πρωτοτυπία και την υφολογική εφευρετικότητα προέχει η μορφοπλαστική τελείωση, που είναι η αλήθεια της γλυπτικής διαδικασίας.

Τη δουλειά του Θόδωρου Παπαγιάννη, ζυμωμένη με τη μαγιά της αρχαίας ελληνικής τέχνης, καθόρισε η περιδιάβασή του σ’ όλη τη μεσογειακή λεκάνη. ΄Ενα προσκύνημα που ξεκινά απ’ την ίδια την Ελλάδα και εκτείνεται στη Μικρασία, τη Σικελία, την Κάτω Ιταλία, τη Συρία, την Αίγυπτο και την Κύπρο, όπου τη δεκαετία του 1960 δημιουργεί στην κατεχόμενη τώρα Μόρφου ένα γλυπτό - αφιέρωμα στο Λουκή Ακρίτα, μελετώντας ταυτόχρονα τον πολιτισμό που αναβλύζει απ’ την κυπριακή γη πέρα ως πέρα.

Η σχηματική καθαρότητα κι αδρότητα που συναντά στην κυπριακή τέχνη και τη λαϊκή παράδοση, η αφαιρετική συμπύκνωση της δαιδαλικής γλυπτικής και του σύγχρονου εξπρεσιονισμού όπως τον γνώρισε στο Παρίσι και τέλος η περιεκτική αποκάθαρση της κυκλαδίτικης φόρμας διοχετεύονται και ενσταλάζουν στην εικαστική του προσέγγιση.

Με την απερίσπαστη λοιπόν αφοσίωση ενός σύγχρονου μύστη της παραδοσιακής γλυπτικής, με την απόλυτη άνεση της σχεδιαστικής του προπαίδειας κι ευχέρειας, ο Θόδωρος Παπαγιάννης κτίζει τους όγκους με στωϊκή συγκέντρωση και απαλλάσσει τη φόρμα από φλύαρους και στείρους ρεαλισμούς. Λαξεύει τέλος με την ακονισμένη ευστοχία της ματιάς του υποδοχές φωτός μέσα από τις κοφτές χαράξεις και τις απότομες, κάθετες, οριζόντιες και διαγώνιες γραμμώσεις.

Τρία περίπου μέτρα πέτρας Λεμεσού μεταπλάθονται έτσι στη σύνθεση με τις δύο φιγούρες, όπου η μια ξεπροβάλλει απ’ την άλλη και χάνεται μέσα σ’ αυτήν, σε μια πλαστική όσμωση που παραπέμπει στη γοητεία του μύθου, με μια διάθεση υπερβατικής ανάτασης που επιμηκύνει δυσανάλογα τα σώματα και τα κεφάλια προσφέροντας μέσα από μια πολυσήμαντη ερμηνευτική ένα αφιέρωμα στην Κύπρο και τον κόσμο της: οι μορφές παραπέμπουν στο ιστορικό ή μυθολογικό αρχέτυπο που ενσαρκώνει τους πρώτους κτήτορες του νησιού καθώς επίσης και στο πολυδιάστατο εννοιολογικό σχήμα Κύπρος - Ελλάδα μέσα απ’ τους καιρούς. Διαβάζονται ακόμη ως μια ωδή στους αγνοούμενους της Κύπρου και σ’ όλους τους ανθρώπους, που χάνοντας το ταίρι τους κράτησαν τη θαλπωρή της παρουσίας του σε μια συγχώνευση ζωής και μνήμης. Κυρίως, όμως, οι δύο μορφές υμνούν την αποθέωση της σύζευξης, που είναι η ερωτική ένωση του ζευγαριού, ως αέναου κοινωνικού και πολιτισμικού πυρήνα: “και έσονται οι δύο εις σάρκα μίαν”.

Με τη λιτή, δωρική, άκαμπτη σχεδόν φόρμα του και τη λειτουργικότητα του αρχέγονου σχήματός του, το έργο αποκτά την ευκολομνημόνευτη εκείνη χροιά, που σύμφωνα με το Θόδωρο Παπαγιάννη, οφείλει η τέχνη να έχει σ’ ένα δημόσιο, υπαίθριο και πολυσύχναστο χώρο, όπως η παραλιακή επίχωση της Λεμεσού.

Με άξονά της το μεσημβρινό προσανατολισμό, η γλυπτική κατάθεση του Θόδωρου Παπαγιάννη προσλαμβάνει κι αιχμαλωτίζει στα γραμμικά της λαξέματα όλες τις διαβαθμίσεις φωτός που η τροχιά του ήλιου εκπέμπει κατά τη διάρκεια της ημέρας. Το σημείο τοποθέτησης δημιουργεί τη δυνατότητα μιας προσέγγισης του έργου περιστροφικής και ταυτόχρονα μιας θέασης κυβιστικής, μέσα από διάφορες οπτικές γωνίες, που αναδεικνύουν απόλυτα τη συνδιαλλαγή ύλης, όγκου, χώρου και φωτός στην πλαστική πλοκή των δύο φιγούρων.

Βγαλμένο απ’ τα χέρια ενός σύγχρονου μάστορα της πέτρας, το έργο φέρει στη σύνθεση και την υφή του την πατίνα των αιώνων και μοιάζει βγαλμένο από ανασκαφή μέσα απ’ τα σπλάχνα της κυπριακής γης.

ΝΑΤΙΑ ΑΝΑΞΑΓΟΡΟΥ