logo blank_gr
slide1 slide2 slide3 slide4 slide5 slide7 slide8 slide9
Εκδηλώσεις
Ανακοινώσεις

Ομιλίες Δημάρχου Λεμεσού, κ. Ανδρέα Χρίστου

EΠΙΜΝΗΜΟΣΥΝΟΣ ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΔΗΜΑΡΧΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ
κ. ΑΝΔΡΕΑ ΧΡΙΣΤΟΥ
ΓΙΑ ΤΟΝ
ΜΑΡΙΟ ΤΟΚΑ
(8 Ιουνίου 1954 - 27 Απριλίου 2008)
στο μνημόσυνο που διοργάνωσε ο Δήμος Λεμεσού
και η οικογένεια του την Κυριακή, 4 Μαίου 2008
στον ιερό ναό Αγίας Νάπας

Φίλε Μάριε,

Η πόλη σου, η αγαπημένη σου Λεμεσός, στέκεται σήμερα σιωπηλή, εδώ, στον καθεδρικό ναό της Αγίας Νάπας, γνωρίζοντας ότι από την Κυριακή του Πάσχα, χωρίς τη δική σου παρουσία τα πράγματα δεν θα είναι πια τα ίδια. Και τι να πούμε για σένα που τα έχεις πει σχεδόν όλα με τη σκέψη, τις πράξεις και το έργο σου. Δυσκολεύεται κανείς να βρει λόγια για να σε χαρακτηρίσει και να σε περιγράψει. Αυτές τις μέρες όλοι έμαθαν τόσα πολλά για σένα, για τις μουσικές σου σπουδές, την πρώτη κιθάρα και το πρώτο πιάνο που σου αγόρασε με δυσκολίες ο πατέρας σου, τα πρώτα σου βήματα, αλλά και τα εμπόδια που γνώρισες, τις δύσκολες μέρες του 1974 και πώς αυτές χάραξαν την πορεία σου, τις πρώτες σου προσπάθειες  στην Αθήνα μέχρι να έρθει ο πρώτος δίσκος το 1978, το φιλοσοφικό και κοινωνικό σου πιστεύω, τις συναυλίες σου, τους φίλους σου, την οικογένειά σου και γενικά κάθε τι που χαρακτήριζε τη ζωή σου. Θα είναι τόσο μεγάλο το κενό, που δύσκολα θα μπορεί να γεμίσει με κάτι άλλο.

Η πόλη σου σήμερα είναι εδώ, με απέραντη αγάπη και εκτίμηση για να σε  ευχαριστήσει και για να θυμάται πάντα ότι το τελευταίο σου έργο το έγραψες για την επίσημη τελετή έναρξης του πανεπιστημίου της Λεμεσού.

Ταυτίστηκες με την πόλη αυτή και γέμισες τα τραγούδια σου με ήχους, αρώματα και χρώματα της Λεμεσού. Αυτή είναι η καταγωγή σου. Γιατί, η καταγωγή, είναι πρωτίστως θέμα αγωγής, είναι όλα όσα περνούν μέσα από τις αισθήσεις και τα συναισθήματά μας. Τα πλείστα των τραγουδιών σου είναι ένας νυχτερινός περίπατος σε κάποιους δρόμους της Λεμεσού. Το είπες άλλωστε πριν δυο χρόνια στο συμπόσιο προφορικής ιστορίας, που διοργανώνει το Αρχείο του Δήμου και που βρίσκεται, ευτυχώς καταγραμμένο, στον πρώτο τόμο των Πρακτικών του:

 Όπου και να παίξω τα τραγούδια μου ποτέ δεν βρίσκω καταλληλότερο σκηνικό από τη Λεμεσό. Είναι σαν να βγαίνουν μέσα από την καρδιά της πόλης αυτής. Όταν τραγουδάει ο κόσμος συνοδευτικά τα τραγούδια  μου, έχω την αίσθηση ότι βρίσκομαι σε κάποιο ευφάνταστο άρμα κανταδόρων - γόνδολα, βάρκα ή κάτι τέτοιο- και το κοινό συμμετέχει μαζί μου μέσα από κάποιο συνωμοτικό λεμεσιανό κώδικα που περικλείει λέξεις όπως: μαντολίνο, κιθάρα, χορδές. Οι χορδές της ψυχής μας.

 Όταν θέλησες να ασχοληθείς σοβαρά με την σύνθεση, αφότου διασταυρώθηκες με πολλές μουσικές είτε ως μέλος της Φιλαρμονικής του Δήμου Λεμεσού και της φιλαρμονικής του Λανιτείου Γυμνασίου, είτε μέλος σε νεανικό συγκρότημα του οποίου υπήρξες η ψυχή, κατέφυγες στην πρώτη συλλογή του πατέρα σου για να διασταυρωθείς με την αυθεντική τέχνη για να μπορέσεις, έτσι, στη συνέχεια να απογειώσεις το μουσικό δαιμόνιο που έκρυβες μέσα του. Μελοποίησες δυο κομμάτια, που τα έπαιξες μαζί με άλλα στην «Απόφαση Δ», την πρώτη μπουάτ της Λεμεσού με παρότρυνση του καθηγητή σου Βάσου Βενιζέλου. Αμφιβάλλω αν θα τα θυμόσουν καν αν δεν σου τα θύμιζαν οι φίλοι σου:

          Ξύπνα ω άχαρη ψυχή

          Γιγάντωσε το σώμα

          Δώσε φτερούγες στο μυαλό

          Και ρίχτου στον αγώνα.

Όταν, πάλι, θέλησες να τιμήσεις τον πατέρα σου το έκανες με μια συναυλία, που αυτές τις μέρες βλέπαμε στους δέκτες μας και στράφηκες στο δρόμο σου, στην ιστορική πλέον, «Συναυλία του Δρόμου», στην Παλαιών Πατρών Γερμανού 26Α. Κι εκεί ήταν όλοι αυτοί που ο Κύπρος Τόκας ύμνησε στα τραγούδια του (σε παλαιότερες εποχές θα τους ονομάζαμε 'οι ταπεινοί και καταφρονημένοι'), αφιερώνοντας  και ένα ειδικό ποίημα με τίτλο «Ο Δρόμος της Ζωής» που γράφτηκε το 1954 για την αγαπημένη του Χαρούλα, τη μάνα σου και όπου μιλούσε για την επερχόμενη  γέννηση σου.

          Καλή μου, είναι τραχύς

          ο δρόμος της ζωής

          που έχουμε να περπατήσουμε ακόμα.

          Τα βήματά μας θα τα μποδάνε

          τ' αγκάθια [της κακουχίας].

 

           Και τα συρματοπλέγματα των συμφορών

          θα φράσσουν το διάβα μας.

          Να προχωρήσουμε λοιπόν πρέπει

          με τρανά βήματα.

          Θα χρειαστεί να παλέψουμε

          σκληρά -να ξέρεις-

          ώσπου να φτάσουμε

          στους ολάνθιστους ελαιώνες της ειρήνης.

          Μα πρέπει να φτάσουμε.

          Πριν δει το παιδί μας τες νύχτες της λύπης

          πριν δει τους ορίζοντες της ζωής

          χωρίς τον ήλιο της χαράς.

 

Θα θυμόμαστε πάντα αυτή τη συναυλία, όπως και την πρώτη σου παρουσίαση στο Ριάλτο το 1971, αλλά και τη συναυλία που δόθηκε στον ιστορικό καθεδρικό ναό του Αγίου Στεφάνου, όλες σαν ορόσημα στη μουσική σου καριέρα. 

Αγαπημένε μας Μάριε, 

Η δύναμη σου ήταν πάντα το στέρεο σου πάτημα στη γη της Κύπρου μας σαν τη δύναμη που αντλούσε ο μυθικός Ανταίος.  Το ήξερες και το δήλωνες πάντοτε. Γι' αυτό υπήρξες ταπεινός, γλυκομίλητος, σεμνός, φίλος με χιλιάδες ανθρώπους που ο καθένας από μας κρατά και μια ιδιαίτερη πτυχή αυτής της μεγάλης παρέας.

Κινήθηκες όχι μεταξύ, αλλά ανάμεσα στις μουσικές και τις ευρύτερες παραδόσεις του λαού μας, που μπορεί να βρίσκονται μια στην Κύπρο, μια στην Ελλάδα ή και κάπου αλλού στον κόσμο. Η ελάχιστη συνθετική σου μονάδα είναι 'το τραγούδι', όπως έμεινε ύστερα από τη διάσπαση της τραγωδίας. Τραγούδι στα χείλη του κόσμου ήταν το σύνθημά σου. Ήταν πεποίθησή σου πάντα ότι το άσμα, είναι η πεμπτουσία της εκφραστικής ιδιότητας του λαού μας. Διαφορετικά, δεν θα μπορούσες ακόμα και όταν έγραψες πάνω στα βυζαντινά μονοπάτια το έργο σου «Θεογεννήτωρ Μαρία» να έχεις τη δύναμη να γράφεις τραγούδι για να τραγουδιέται. Θα αναφερόμαστε πάντα σ' αυτούς τους ύμνους που ο ίδιος ο Μίκης Θεοδωράκης προλόγισε στον ομώνυμο δίσκο. Τι συνάντηση κι αυτή! Εσύ που είχες ως οδηγό σου τα τραγούδια του Θεοδωράκη να τον έχεις προχθές στην Αθήνα να σε ξεπροβοδίζει με ένα του μήνυμα!

Σήμερα στο πρόσωπο σου, Μάριε, τιμάται η Λεμεσός, η Κύπρος, η Ελλάδα, γι' αυτό θα πρέπει να πούμε ξανά ότι η ιδιαίτερή σου πατρίδα, η πόλη σου, θα σε τιμήσει όπως σου αξίζει. Είμαστε βέβαιοι πως αν ήσουν εδώ μαζί μας κι ακούγοντας όλα αυτά, θα μας ξανάλεγες αυτό που επαναλάμβανες κάθε φορά που οι άνθρωποι έλεγαν καλό λόγο για σένα:

«Δεν ισχυρίζομαι ότι ξόφλησα το χρέος μου, κανένας, ποτέ δεν ξοφλά το χρέος του στην πατρίδα. Λέω μόνο, ­ευχαριστώντας για την τιμή, ­ πως σε ό,τι έκανα, κατέθεσα ένα κομμάτι από την ψυχή μου και προσπάθησα να συνθέσω σε ήχους την ελληνική φωνή του αδικημένου νησιού μας και την ελπίδα του αδικαίωτου λαού μας».

Αιωνία σου η μνήμη αξέχαστε Μάριε!

 
 
 
 

 

 
epohi