logo blank_gr
slide1 slide2 slide3 slide4 slide5 slide7 slide8 slide9
Εκδηλώσεις
Ανακοινώσεις

Ομιλίες Δημάρχου Λεμεσού, κ. Ανδρέα Χρίστου

Παρουσίαση του βιβλίου του Ανδρέα Φάντη
«Το Κυπριακό Συνδικαλιστικό Κίνημα στα χρόνια
της Αγγλοκρατίας (1878- 1960), από το Δήμαρχο Λεμεσού, κ Ανδρέα Χρίστου
__________________________________________________________________________________
Τρίτη, 3 Ιουνίου 2008, 8.00μ.μ., Δημοτικό Μέγαρο

Είναι με ιδιαίτερη χαρά που αποδέχτηκα την πρόσκληση να παρουσιάσω το δίτομο βιβλίο του κ. Ανδρέα Φάντη που αναφέρεται στο Κυπριακό Συνδικαλιστικό Κίνημα στα χρόνια της Αγγλοκρατίας.

Ο Ανδρέας Φάντης, για δεκαετίες ηγετικό στέλεχος της ΠΣΕ-ΠΕΟ αλλά και του ΑΚΕΛ, έχει βάλει και τη δική του σφραγίδα στην οργάνωση της εργατικής τάξης, στη δημιουργία και την άνδρωση του κυπριακού συνδικαλιστικού κινήματος. Οι εμπειρίες του είναι πάρα πολλές, αφού ως το πρώτο επαγγελματικό στέλεχος του συνδικαλιστικού κινήματος -όπως ο ίδιος σημειώνει εργοδοτήθηκε τον Απρίλιο του 1941 με μηνιαίο μισθό 4 λίρες- έζησε από πολύ κοντά, από μέσα, τους αγώνες και τα γεγονότα που σημάδεψαν την ανάπτυξη του συνδικαλιστικού, και γενικότερα του εργατικού κινήματος.  

Οι δύο τόμοι που συνέγραψε ο Ανδρέας Φάντης αποτελούν ένα λεπτομερές και στοιχειοθετημένο ιστορικό δοκίμιο για το κυπριακό συνδικαλιστικό κίνημα. Η συγγραφή αυτού του βιβλίου αποτελεί συνέχεια του αξιόλογου συγγραφικού του έργου -αυτό είναι το όγδοο στη σειρά- και έρχεται να εκπληρώσει ένα όνειρο ζωής, όπως ο συγγραφέας ομολογεί στον πρόλογο.

 Στο βιβλίο καταγράφεται η ιστορία των αγώνων της εργατικής τάξης της Κύπρου, για να κερδίσει τα δίκαια και τα δικαιώματά της, για να ανέλθει κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά και χωρίζεται σε οκτώ κεφάλαια. Στο 1ο κεφάλαιο ο συγγραφέας εξετάζει την περίοδο από την εμφάνιση του συνδικαλιστικού κινήματος ως την έναρξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, που είναι περίοδος οργανωτικής συγκρότησης και των πρώτων συνδικαλιστικών και ταξικών αγώνων των κυπρίων εργαζομένων. Στο 2ο κεφάλαιο εξετάζει το συνδικαλιστικό κίνημα στη δεκαετία του 1940, που είναι περίοδος μεγάλων απεργιακών αγώνων, αλλά και περίοδος μεγάλων εργατικών κατακτήσεων. Στο 3ο κεφάλαιο ο συγγραφέας αναφέρεται στη δίκη των στελεχών της Παγκύπριας Συντεχνιακής Επιτροπής η οποία τέθηκε εκτός νόμου από τους αποικιοκράτες το 1945. Το 4ο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στις διασκέψεις και τα συνέδρια της ΠΣΕ και της ΠΕΟ μέχρι και το 1952, ενώ ολόκληρο το 5ο κεφάλαιο αναφέρεται σε μια από τις λαμπρές σελίδες του συνδικαλιστικού κινήματος της Κύπρου, τους μεγάλους απεργιακούς αγώνες του 1948. Στο 6ο κεφάλαιο ο συγγραφέας ασχολείται με τη συμβολή της ΠΣΕ-ΠΕΟ στη μόρφωση και την εξύψωση του μορφωτικού και πολιτιστικού επιπέδου της εργατικής τάξης και παράλληλα καταγράφει πολύ σημαντικές στιγμές από τον αγώνα για το κρίσιμο θέμα της ενότητας της εργατικής τάξης και του συνδικαλιστικού κινήματος.

Το 7ο και 8ο κεφάλαιο είναι αφιερωμένα στην ίδρυση και τη δράση άλλων συνδικαλιστικών οργανώσεων όπως είναι η ΠΟΕΔ, η ΣΕΚ, η ΠΑΣΥΔΥ, η ΠΟΑΣ και η ΕΤΥΚ, οι οποίες οργανώσεις αποτελούν συστατικά μέρη του Κυπριακού Συνδικαλιστικού Κινήματος, με τη δική τους προσφορά και δράση.

Όπως γίνεται αντιληπτό το περιεχόμενο του βιβλίου είναι πλατύ και πλούσιο. Η ιστορία που καταγράφει ο Ανδρέας Φάντης καταφεύγει και στηρίζεται σε πολλές πηγές που δένουν αρμονικά και ισορροπημένα με τα προσωπικά του βιώματα. Αυτό προσδίδει στο έργο του συγγραφέα εγκυρότητα και αξιοπιστία, που σύμφωνα με τον κατά πολλούς πραγματικό πατέρα της Ιστορίας Θουκυδίδη, είναι το ζητούμενο του ιστοριογράφου. «Των γεγονότων το σαφές σκοπείν» γράφει στους Πελοποννησιακούς Πολέμους ο Θουκυδίδης. Σκοπός της ιστορίας είναι η γνώση της πραγματικής αλήθειας. Σ' αυτή τη διαχρονική υποθήκη ο Ανδρέας Φάντης παραμένει πιστός και συνεπής.

Το κεντρικό γνώρισμα του βιβλίου είναι ότι σ' αυτό εντοπίζονται και τεκμηριώνονται όλα εκείνα τα γεγονότα και οι αγώνες που βοήθησαν έτσι ώστε η εργατική τάξη, και γενικότερα οι εργαζόμενοι της Κύπρου, να αναδειχθούν στο επίκεντρο της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής του τόπου. Στην ουσία το βιβλίο είναι ένα χρονικό της επίμονης, επίπονης, σκληρής και ενίοτε αντιφατικής πορείας για τη συνειδητοποίηση και την οργάνωση των εργαζομένων, που είχε ως αφετηρία εποχές όπου κυριαρχούσε τέτοια απύθμενη φτώχεια, ένδεια και σκοταδισμός, που ο σημερινός νους δεν μπορεί να συλλάβει.

Ο Ανδρέας Φάντης για να περιγράψει τις άθλιες συνθήκες εργασίας και ζωής των εργαζομένων στις αρχές του 20ου αιώνα, δανείζεται ένα πολύ εύγλωττο απόσπασμα από το βιβλίο του συμπoλίτη μας ποιητή και διανοούμενου Γιάννη Λέφκη «Οι ρίζες». Λέει το απόσπασμα:«Ο εργάτης, ο υπάλληλος, ο τεχνίτης βρίσκονταν στο έλεος του εργοδότη, γιατί δεν υπήρχε κανένας νόμος που να τους προστατεύει. Δουλεύανε για ένα τίποτα και τόσες ώρες όσες ήθελε το αφεντικό. Για μερικά επαγγέλματα, από το γέννημμα του ήλιου ως τη δύση του και για άλλα ως τη βαθιά νύχτα.... Σ' αρκετά επαγγέλματα δουλεύανε και τις Κυριακές μέχρι και το μεσημέρι. Κάποτε και ως τις δύο το απόγευμα και πιο αργά ανάλογα με τη διάθεση του εργοδότη».

Πολύ διαφωτιστική για τις συνθήκες του εργασιακού μεσαίωνα που επικρατούσαν τότε, είναι και η Έκθεση του διοικητή Πάφου το 1937. «...Οι εργάτες της Κύπρου δεν είναι νόμιμα σκλάβοι, αλλά πιθανόν να είχαν καλύτερη μεταχείριση αν ήταν. Η έλλειψη άλλης συνεχούς απασχόλησης τους αναγκάζει να αποδέχονται τους όρους που προτείνουν οι εργοδότες, δηλ. να εργάζονται από την ανατολή μέχρι τη δύση του ήλιου με υποτυπώδη μεροκάματα και χωρίς καμιά προοπτική να καλυτερεύσει η κατάσταση». (Και οι δύο αναφορές υπάρχουν στις σελίδες 35 και 36).

Τις πρώτες προσπάθειες οργάνωσης κάποιων ομάδων εργαζομένων, σύμφωνα με τον Ανδρέα Φάντη, τις συναντούμε στο μεταίχμιο του 19ου με τον 20ο αιώνα. Ωστόσο, οι πρώτες οργανώσεις - συντεχνίες, που σηματοδοτούν την εμφάνιση πραγματικού συνδικαλιστικού κινήματος παρουσιάζονται στη Λεμεσό γύρω στο 1919-1920. Εμπνευστές και υποκινητές αυτών των προσπαθειών είναι «ορισμένοι διανοούμενοι, φοιτητές και απόφοιτοι Πανεπιστημίων, που ενστερνίζονται τις ιδέες του κομμουνισμού. Σ' αυτό τεράστιος και καθοριστικός υπήρξε ο ρόλος της Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής επανάστασης στη Ρωσία το 1917...

Τη δεκαετία του 1920 ο συγγραφέας την ονομάζει «προετοιμαστική για τα επόμενα βήματα της εργατικής τάξης». Αιτιολογώντας αυτή του τη θέση γράφει ότι σ' αυτή την περίοδο, με τη δραστηριότητα των κομουνιστών, εκατοντάδες εργάτες οργανώνονται σε σωματεία-συντεχνίες, οι οποίες λειτουργούν σαν «καλλιεργητές ταξικής συνείδησης και σαν προζύμι για τα κατοπινά αποφασιστικά βήματα και τους επόμενους αγώνες των εργατών για τη διεκδίκηση, κατάκτηση και κατοχύρωση του δικαιώματος να οργανώνονται ελεύθερα σε συντεχνίες και να αναδεικνύουν μέσα από τις δικές τους γραμμές, την ηγεσία τους» (σελ. 69).

Αξίζει να σημειώσουμε -είναι κάτι που τονίζει κι ο συγγραφέας- ότι αυτή την περίοδο αρχίζει τη λειτουργία του στη Λεμεσό το Εργατικό Κέντρο, δείγμα της οργανωτικής ανόδου και της συνδικαλιστικής δραστηριότητας που αναπτύσσουν πρωτοπόροι εργάτες και διανοούμενοι. Σ' αυτό το Κέντρο γιορτάζεται για πρώτη φορά στην Κύπρο η Εργατική Πρωτομαγιά, το 1925. Ψυχή του Κέντρου είναι το μέλος του ΚΚΚ, γιατρός Νίκος Γιαβόπουλος,  αδελφός της μητέρας του π. Προέδρου Γιώργου Βασιλείου, που λόγω της δράσης του εξορίζεται από τους Βρετανούς. 

Η δεκαετία του 1930 είναι για το συνδικαλιστικό κίνημα περίοδος σκληρών και επίμονων αγώνων των εργατών διαφόρων επαγγελμάτων -κτιστών, ξυλουργών, μεταλλωρύχων και άλλων- για ίδρυσησυντεχνίας. Οι αποικιακές αρχές, με τη συμπαράσταση και την υποστήριξη της εργοδοσίας, προέβαλλαν πολλά προσκόμματα και δημιουργούσαν τεράστιες δυσκολίες για ίδρυση και εγγραφή συντεχνιακών οργανώσεων.

Οι Αρχές έντονα ανησυχούσαν για τη δράση των μελών του ΚΚΚ και το κύρος που απολάμβαναν ανάμεσα στους οργανωμένους εργάτες, γι' αυτό και τους είχαν υπό στενή παρακολούθηση. Υπό παρακολούθηση τελούσε και ο Ανδρέας Φάντης, που αν και ακόμα δεν είχε οργανωθεί στο ΚΚΚ -οργανώθηκε το 1939- οι Βρετανοί τον θεωρούσαν «dangerous red» (αναφορά στη σελ. 75), γιατί ήταν γραμματέας της Συντεχνίας Κτιστών και Εργατών Κτιστών Λευκωσίας.

Οι πρωτοπόροι συνδικαλιστές, όμως, δεν λύγισαν και συνέχισαν τη δράση τους. Σιγά-σιγά έφτιαχναν το οικοδόμημα του συνδικαλιστικού κινήματος, για να φτάσουμε στη δεκαετία του '40 που αποτελεί το σημείο στροφή για τα συνδικαλιστικά πράγματα της Κύπρου.

Η δεκαετία αυτή, κατά τον συγγραφέα, ξεχωρίζει από το ότι η εργατική τάξη της Κύπρου -που πλέον από οργανωτικής άποψης βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση από ότι στην προηγούμενη δεκαετία- έδωσε τους πιο μαζικούς, μαχητικούς και ηρωικούς αγώνες για ουσιαστική βελτίωση των όρων και των συνθηκών δουλειάς. Το νέο ποιοτικό στοιχείο στο Κίνημα είναι η ίδρυση της Παγκύπριας Συντεχνιακής Επιτροπής (ΠΣΕ) για συντονισμό της δράσης των συντεχνιών, που αποφασίσθηκε στην 2η Παγκύπρια Συντεχνιακή Συνδιάσκεψη, το Νοέμβριο του 1941.

Στη δεκαετία του 1940 οι εργαζόμενοι της Κύπρου υπό την οργάνωση και την καθοδήγηση της ΠΣΕ και αργότερα της ΠΕΟ που την διαδέχθηκε, «επιβάλλουν την αναγνώριση της συντεχνίας τους από την εργοδοσία και την κυβέρνηση, κατακτούν το 8ωρο και στη συνέχεια την 44ωρη εβδομαδιαία εργασία και κερδίζουν αυξήσεις στους μισθούς και τα μεροκάματα για τους εργατοϋπαλλήλους, τόσο στις ιδιωτικές επιχειρήσεις όσο και στην κυβέρνηση, κερδίζουν την Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή (ΑΤΑ) -μια από τις μεγαλύτερες και σημαντικότερες κατακτήσεις της εργατοϋπαλληλικής τάξης- Ταμεία Προνοίας, Κοινωνικές Ασφαλίσεις, ιατρική περίθαλψη, αποζημιώσεις σε περίπτωση δυστυχήματος, αργίες με πληρωμή, χρονιάτικες άδειες ανάπαυσης, προειδοποίηση σε περίπτωση απόλυσης και άλλα επιμέρους αιτήματα ανάλογα με το επάγγελμα». (σελ. 136).

Όπως γίνεται αντιληπτό, κατά τη διάρκεια αυτής της δεκαετίας κατακτήθηκαν ή τέθηκαν οι βάσεις για κατάκτηση των δικαιωμάτων και ωφελημάτων που απολαύουν σήμερα οι Κύπριοι εργαζόμενοι. Τα βασικά δικαιώματα που έχει σήμερα ο κύπριος εργαζόμενος κύρια τα οφείλει στους σκληρούς αγώνες του ταξικού συνδικαλιστικού κινήματος αυτής ειδικά της περιόδου και της ηγεσίας του.

 Στο πρώτο μισό της δεκαετίας ανάμεσα στις απεργιακές και άλλες κινητοποιήσεις των εργαζομένων δεσπόζει η παναπεργία της 1ης Μαρτίου 1944, που είχε ως αποτέλεσμα την καθιέρωση της ΑΤΑ. Η κορωνίδα όμως των αγώνων αυτής της δεκαετίας ήταν οι μεγάλοι απεργιακοί αγώνες των μεταλλωρύχων της ΚΜΕ, των αμιαντωρύχων και των οικοδόμων, που κράτησαν συνολικά 254 μέρες. Σ' αυτούς τους απεργιακούς αγώνες ο συγγραφέας αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο, στο οποίο καταγράφει με πολλή ζωντάνια και λεπτομέρεια τα γεγονότα, καταφέρνοντας να αποδώσει το κλίμα που επικρατούσε.

Ποιο όμως είναι το αποτέλεσμα των ιστορικών απεργιακών αγώνων του 1948; Ο συγγραφέας απαντά ευθαρσώς στο ερώτημα: «Σ' αυτή την κορυφαία και ιστορική σύγκρουση η εργατική τάξη της Κύπρου... κατήγαγε μια λαμπρή, κυρίως ηθική νίκη.... Αυτή η νίκη έγκειται κυρίως στο ότι ματαίωσε οριστικά, μια για πάντα, τα αντεργατικά και αντιλαϊκά σχέδια της αντίδρασης για συντριβή του ταξικού συνδικαλιστικού κινήματος και του ευρύτερου λαϊκού προοδευτικού κινήματος. Μ' αυτούς τους αγώνες η ΠΕΟ καταξιώθηκε αμετάκλητα στη συνείδηση της κυπριακής κοινωνίας σαν μια ισχυρή, αξιόπιστη και υπολογίσιμη δύναμη, με σημαντικό λόγο και ρόλο στις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις.... Η νικηφόρα, για την εργατική τάξη, το κίνημα της ΠΕΟ και τους συμμάχους της, έκβαση αυτής της πιο σκληρής αναμέτρησης στα χρονικά του κυπριακού συνδικαλιστικού κινήματος, τόνωσε το ηθικό, την πίστη και την αυτοπεποίθηση των εργατών στις δικές τους δυνάμεις, έδειξε τη σημασία της οργανωμένης πάλης στη διεκδίκηση των δικαίων τους». (σελ. 546-547).

Όπως σημειώνει ο συγγραφέας αυτή η νίκη στηρίχθηκε στην γρανιτένια ενότητα των Ελλήνων και Τούρκων εργατών απεργών της ΚΜΕ που έδωσαν κοινό αγώνα για τα συμφέροντα των εργατών, στη σώφρονα πολιτική της ΠΕΟ, στη μαχητικότητα και τον ηρωισμό των απεργών, στην παλλαϊκή αλληλεγγύη και στην ηθική και υλική ενίσχυση που πρόσφερε απλόχερα στους απεργούς ο λαός.

Οι μεγάλοι απεργιακοί αγώνες του 1948, πέρα από τα κέρδη που έδωσαν στην εργατική τάξη, έφεραν στην επικαιρότητα την κεφαλαιώδους σημασίας ανάγκη για ύπαρξη ενότητας ανάμεσα στους εργάτες και στις συνδικαλιστικές οργανώσεις. Το ζήτημα της ενότητας του συνδικαλιστικού κινήματος σαν θέμα αρχής αποτελούσε πάντοτε πάγια επιδίωξη της ΠΣΕ και της ΠΕΟ. «Η άρνηση των απεργοσπαστών, σημειώνει ο Ανδρέας Φάντης, να συνεχίσουν τον αντεργατικό τους ρόλο ...και η προσχώρηση απεργοσπαστών στις τάξεις των απεργών στην περίπτωση της απεργίας των αμιαντωρύχων, αποτέλεσαν τα πρώτα μηνύματα για την ανάγκη ενότητας της εργατικής τάξης. Αυτή η ανάγκη βρήκε την έκφραση και τη δικαίωσή της στη συμφωνία που υπογράφηκε απ' όλους τους ενδιαφερόμενους ΠΕΟ, ΣΕΚ, Σύνδεσμο Εργολάβων- στις 18/12/1948 σε σχέση με το θέμα της πρόσληψης εργατών από τους εργολάβους.

 Αυτή η συμφωνία αποτέλεσε ορόσημο που σηματοδοτεί τη στροφή του συνδικαλιστικού κινήματος από την αντιπαράθεση, τον ανταγωνισμό και την εχθρότητα προς την αλληλοκατανόηση, την ανοχή και τη συνεργασία στη διεκδίκηση εργατικών αιτημάτων. Μια διαδικασία που πήρε όμως πολλά χρόνια ωσότου γίνει πλήρως αποδεκτή και να ολοκληρωθεί». (σελ. 656).

Αγαπητοί φίλοι,

Η ιστορία διδάσκει, φρονηματίζει και καθοδηγεί με τις αλήθειες της. Ο Ανδρέας Φάντης, συγγράφοντας την ιστορία του Κυπριακού Συνδικαλιστικού Κινήματος, καταγράφει και υπογραμμίζει μερικές πολύ μεγάλες αλήθειες οι οποίες έχουν διαχρονική αξία και σημασία και γι' αυτό πρέπει να διαφυλάσσουμε ως κόρη οφθαλμού. Ποιες είναι αυτές οι αλήθειες;

1) Η αποτελεσματικότητα και η ισχύς της εργατικής τάξης έγκειται στη συνειδητοποίηση της δύναμής της, στην οργάνωση και το συντονισμό της.

2) Ό,τι απολαμβάνουν σήμερα οι εργαζόμενοι κατακτήθηκε με αγώνες και αίμα. Τίποτα δεν χαρίστηκε.

3) Η αυταπάρνηση, η κοινωνική αλληλεγγύη και η επιμονή στο δίκαιο είναι αξίες πάνω στις οποίες πρέπει να στηρίζουμε τους αγώνες μας.

4) Οι ταξικοί αγώνες για να έχουν προοπτική πρέπει να συνδέονται με μακρόπνοα και διαχρονικά οράματα. Το ταξικό  συνδικαλιστικό κίνημα της Κύπρου εμφανίστηκε δειλά-δειλά μέσα από τη δράση μερικών πρωτοπόρων που πίστεψαν σε μια κοινωνία της ισότητας, της κοινωνικής δικαιοσύνης, της ειρήνης και της προόδου. Και το κίνημα μεγάλωσε και γιγαντώθηκε, γιατί συνεχώς αυτά τα οράματα ενέπνεαν και καθοδηγούσαν τα στελέχη και τα μέλη του.

Οι αλήθειες αυτές αποκτούν ακόμα μεγαλύτερη ισχύ στη σημερινή εποχή, που εμφανίζει σε παγκόσμια κλίμακα το πιο επιθετικό και απεχθές πρόσωπό του, με τη μορφή του νεοφιλελευθερισμού και της λεγόμενης νέας τάξης πραγμάτων. Ο Ανδρέας Φάντης στον επίλογο του βιβλίου του καλεί σε εγρήγορση, αντίσταση και αγώνα ενάντια στις δυνάμεις εκείνες που απειλούν και επιβουλεύονται τις κατακτήσεις των εργαζομένων και τα δικαιώματα των λαών. 

«Αυτό το καθήκον καλούνται να το αναλάβουν οι δημοκρατικές προοδευτικές δυνάμεις της κοινωνίας», υπογραμμίζει ο Ανδρέας Φάντης. «Η Αριστερά, με την πιο ευρεία έννοια του όρου: κομμουνιστές..., δημοκράτες σοσιαλιστές, σοσιαλδημοκράτες, συνδικαλιστές.... Αυτές οι δυνάμεις καλούνται να ανταποκριθούν στο καθήκον της σημερινής πραγματικότητας... Σ' αυτό τον αγώνα, το συνδικαλιστικό κίνημα έχει να διαδραματίσει το δικό του ιδιαίτερο και σημαντικό ρόλο. Συγκεντρώνοντας στις γραμμές του την εξ' ορισμού πιο επαναστατική τάξη της κοινωνίας, την εργατική τάξη, το συνδικαλιστικό κίνημα πρέπει να αποτελέσει την πρωτοπορία και την ψυχή αυτού του παλλαϊκού αγωνιστικού μετώπου. Αυτός είναι στις σύγχρονες συνθήκες ο ιστορικός προορισμός της εργατικής τάξης και του συνδικαλιστικού κινήματος... Για μια νέα κοινωνία, όπου θα κυβερνούν και θα 'ναι πραγματική εξουσία, όχι οι πολυεθνικές κι οι κυβερνήσεις όργανά τους, αλλά οι άνθρωποι της δουλειάς, χειρωνακτικής και πνευματικής, οι άνθρωποι της διανόησης, που με το μόχθο, τη σκέψη και τον ιδρώτα τους παράγουν τον κοινωνικό πλούτο, τα υλικά και πνευματικά αγαθά» (σελ. 818-819).

Αγαπητέ φίλε Ανδρέα Φάντη,

Σε ευχαριστούμε και σε συγχαίρουμε για τη θαυμάσια εργασία που επιτέλεσες. Το βιβλίο σου αφήνει στην κοινωνία ένα πραγματικό θησαυρό για τους αγώνες του συνδικαλιστικού κινήματος, ειδικά της ΠΣΕ και της ΠΕΟ. Είναι ένα βιβλίο που μεταλαμπαδεύει στις νεότερες γενιές την αγωνιστική φλόγα, που πυρπόλησε τις καρδιές των πρωτοπόρων συνδικαλιστών, και τις επαναστατικές ιδέες που τους ενέπνευσαν στους αγώνες τους. Είναι ένα βιβλίο-ύμνος στους σκαπανείς του συνδικαλισμού, ένας εκ των οποίων υπήρξες και εσύ.

Σε ευχαριστούμε πολύ και σου ευχόμαστε χρόνια πολλά υγείας και προσφοράς.

 
 
 
 

 

 
epohi