logo blank_gr
slide1 slide2 slide3 slide4 slide5 slide7 slide8 slide9
Εκδηλώσεις
Ανακοινώσεις

ΛΕΜΕΣΟΣ: ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ

ΔΙΑΔΡΟΜΗ 1 - ΠΕΡΙΟΧΗ ΚΑΣΤΡΟΥ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ

 

Οδοί Γενεθλίου Μιτέλλα και Τζαμιού
Αρχίζοντας από το Κάστρο της Λεμεσού μπορεί κανείς να ακολουθήσει δυο διαδρομές –

  1. Ανατολικά προς την πόλη
  2. Νότια προς την περιοχή του παλιού λιμανιού και την αποβάθρα που ανήκει στην περίοδο της αποικιοκρατίας.

Το Κάστρο

Κατασκευάστηκε τον 13ο αιώνα και υπολογίζεται ότι κάποια τείχη του είναι απομεινάρια μεγαλύτερου κάστρου.  Ενδυναμώθηκε από τους σταυροφόρους και αργότερα τον 14ο αιώνα από τους Ενετούς, ως μέτρο προφύλαξης κατά των πειρατών.  
Αυτό το κάστρο ήταν το πρώτο ενετικό οχυρό που έπεσε στους Οθωμανούς το 1570, οι οποίοι στη συνέχεια το χρησιμοποίησαν ως νεκροταφείο και φυλακή.  Μια καλλιγραφική επιγραφή ψηλά στον ανατολικό τοίχο μαρτυρεί αυτό το συμβάν.  Επί αγγλοκρατίας ήταν αρχηγείο του στρατού, αστυνομικός σταθμός και φυλακή.  
Σήμερα είναι το Μεσαιωνικό Μουσείο της Κύπρου, όπου στεγάζεται συλλογή μεσαιωνικών ευρημάτων.
Πίσω από το κάστρο, στα δυτικά, είναι ένας από τους παλαιότερους χαρουπόμηλους και αποθήκη, που τώρα έχει ανακαινιστεί και στεγάζει εστιατόρια, καθώς και το Πολιτιστικό Κέντρο Ευαγόρα Λανίτη.  Ο επισκέπτης μπορεί να δει εκεί τα αυθεντικά εργαλεία που χρησιμοποιούνταν για το άλεσμα των χαρουπιών, καθώς και τα υπο-προϊόντα του «μαύρου χρυσού» που κάποτε αποτελούσε μια από τις σημαντικές εξαγωγές του τόπου.
Κοιτάζοντας προσεκτικά τη σειρά των παλιών καταστημάτων βοριο-ανατολικά του κάστρου, βλέπει κανείς σειρές από καμάρες που αποτελούσαν την αυλή ενός χανιού, του παραδοσιακού πανδοχείου του παρελθόντος, όπου στάθμευαν ταξιδιώτες με τα ζώα τους και καραβάνια με καμήλες.
Προχωρώντας προς την οδό Τζαμιού φτάνουμε στην πλατεία του τζαμιού.  Αριστερά, δίπλα στο Τζαμί Κεπίρ, φαίνεται ένα πέρασμα με οξυκόρυφες καμάρες (στοά Φυλακτού) απομεινάρι από παλαιό χάνι, ενώ στα δεξιά βρίσκεται η μια από τις δυο αγορές της αποικιοκρατίας, κτισμένη από τους ΄Αγγλους τη δεκαετία του 1930 προς χρήση της Τ/Κ κοινότητας.  Προχωρώντας προς τη θάλασσα και την αποβάθρα του λιμανιού, επίσης της αποικιοκρατικής περιόδου, φαίνεται πάνω σε ένα νεότερο τοίχο το αποτύπωμα της προγενέστερης θολωτής οθωμανικής αγοράς.  Υπολογίζεται ότι αυτοί οι θόλοι είναι ακόμα παλαιότεροι και ίσως αποτελούσαν μέρος του ξενώνα των Ιωαννιτών Ιπποτών.

Το Τζαμί Κεπίρ βρισκόμενο στη διασταύρωση των οδών Γενεθλίου Μιτέλλα, Ζικ Ζακ και Τζαμιού, είναι το πιο σημαντικό Οθωμανικό θρησκευτικό κτίριο της πόλης.  Το όνομα του σημαίνει «Το μεγάλο τζαμί».  Είναι φτιαγμένο από πελεκητή πέτρα και αποτελείται από δύο μέρη.  
Στο παλαιότερο, νοτιοδυτικό μέρος, συνυπάρχουν τρεις ιστορικές στρωματώσεις που φαίνονται από την οδό Ζικ Ζακ.  Το ανώτατο στρώμα, αυτό του τζαμιού, είναι χτισμένο πάνω από τα χαλάσματα μιας Μεσαιωνικής (Λουζινιανής) εκκλησίας που είναι και αυτή κτισμένη πάνω από μια βυζαντινή εκκλησία.  Δίπλα από το τζαμί, στην οδό Γενεθλίου Μιτέλλα, βρίσκεται το παλαιότερο Οθωμανικό νεκροταφείο της Λεμεσού, μέσα σε κήπο με φοινικιές.  Περιέχει περίτεχνα σκαλισμένες ταφόπτετρες σημαινόντων Τούρκων και Αράβων που υπηρετούσαν την οθωμανική αυτοκρατορία, με ποιήματα γραμμένα καλλιγραφικά στην οθωμανική και περσική γραφή.  
Το βόρειο μέρος του τζαμιού είναι μεταγενέστερη προσθήκη του 1829 και το νότιο είναι μια αποικιοκρατική ανάπλαση του 1930 σε ισπανο-αραβικό ρυθμό, κτισμένο με πέτρα πελεκητή διαστρωμένη με σειρές από κόκκινα τούβλα.
Κατά μήκος της οδού Γενεθλίου Μιτέλλα πλανάται ακόμα μια μυρωδιά ξυδιού, μολονότι οι αλλοτινές αποθήκες ξυδιού δεν υπάρχουν πια εκεί.  Είναι επίσης αξιοπρόσεκτη μια από τις παλαιότερες εμπορικές επιγραφές που σώζεται στα ελληνικά, τουρκικά και αγγλικά και μαρτυρεί την διακοινοτική δραστηριότητα του επιχειρηματία στην περίοδο πριν το 1974.

Συνεχίζοντας ανατολικά και μετά την οδό Ζικ Ζακ στρίβουμε δεξιά προς την οδό Λουτρών με το παλιό Οθωμανικό λουτρό ή χαμάμ, γνωστό ως “Crashi hammam” που σημαίνει λουτρό της αγοράς.  
Το κτίριο αποτελείται από ένα προθάλαμο υποστηριζόμενο από δύο εντυπωσιακές, οξυκόρυφες καμάρες, όπου ο λουόμενος ή η λουόμενη (πάντα σε διαφορετικές ώρες) ετοιμάζεται για το μπάνιο του/της.  Η αίθουσα αυτή οδηγεί στο κυρίως λουτρό με εναλλασσόμενη θερμότητα και ατμό, μια παράδοση που χρονολογείται από τους Ρωμαϊκούς χρόνους.  
Προσέξτε τα πολλά μικρά ανοίγματα στους θόλους, σφραγισμένα με γυαλί, ώστε να επιτρέπουν τον φωτισμό της αίθουσας.  Στην μπροστινή είσοδο υπάρχει μια Οθωμανική επιγραφή χαραγμένη σ’ ένα κομμάτι αρχαίου μαρμάρου όπου αναγράφεται η ημερομηνία των εγκαινίων και το όνομα του χορηγού του λουτρού.
Συνεχίζουμε στην οδό Λουτρών, τον αρχαιότερο δρόμο της πόλης, ούτε καν δυο μέτρα πλάτους.  Απέναντι από τα λουτρά είναι ένα εγκαταλειμμένο τριώροφο πλινθόκτιστο κτίριο – το μοναδικό στο είδος του που σώζεται στην πόλη.  Προσέξτε την τοξοειδή Μεσαιωνικού τύπου πόρτα με τα περίπλοκα ξύλινα και μεταλλικά μαντάλια.  
Στο τέλος του δρόμου στρίψετε αριστερά στην οδό Κουμανδαρίας όπου μόνο το όνομα παραμένει για να θυμίζει τις αγοραπωλησίες κρασιού που διεξάγονταν εκεί.  
Εδώ τελειώνει η Μεσαιωνική πόλη.

Η οδός Αγίου Ανδρέου εκτείνεται προς τα βόρεια με τον καθεδρικό ναό της Αγίας Νάπας που χτίστηκε το 1903 και σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα Γ. Παπαδάκη.  Τα αποικιοκρατικά σπίτια στα δυτικά κατά μήκος του δρόμου είναι έργα του Κερκυραίου αρχιτέκτονα Ζαχαρία Βόνδα που στις αρχές του 20ου αιώνα ανέλαβε έργα στη Λεμεσό για λογαριασμό των Δημοτικών Αρχών, της Μητρόπολης, αλλά και για μεγαλοαστούς της πόλης.
Από τον καθεδρικό ναό μπορεί κανείς να προχωρήσει προς δυο κατευθύνσεις –

  1. Είτε βόρεια προς τη Δημοτική Αγορά της πόλης (σχεδιασμένη εν μέρει από τον Βόνδα) και το αποικιοκρατικό αστικό κέντρο που αποτελείται από το Δημαρχείο και τα επίσης αποικιοκρατικά κτίρια.
  2. Είτε να στρίψει αριστερά επί της οδού Αγίου Ανδρέου και συνεχίζοντας πάντα προς δυσμάς να φθάσει την παλιά Τουρκοκυπριακή συνοικία ή
  3. Παίρνοντας βόρεια κατεύθυνση να ακολουθήσει την οδό Ειρήνης στη γειτονιά που δημιουργήθηκε από τους μεγαλοαστούς της πόλης στις αρχές του 20ου αιώνα.

Το ιστορικό εμπορικό κέντρο

Η Δημοτική (καλυμμένη) Αγορά

Χτισμένη από ασβεστόλιθο σε διαφορετικές περιόδους κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα και πρόσφατα ανακαινισμένη, η Αγορά είναι κεντρικό σημείο πρωϊνής δραστηριότητας όπου αρώματα και χρώματα της Κυπριακής υπαίθρου σμίγουν με τη μυρωδιά του φρεσκοψημένου καφέ και του ψαριού.  Στην αγορά και σε μικρά καταστήματα γύρω της, πωλούνται όλα τα είδη φρούτων και λαχανικών, μαζί με μια ποικιλία παραδοσιακών τυριών, αλλαντικών, κρεάτων και αρτοπαρασκευασμάτων.  Οι κύριες εισόδοι της Αγοράς είναι νότια και δυτικά μέσα από λίθινες θολωτές στοές.  Η στέγη της κυρίως αίθουσας στηρίζεται σε μεταλλική κατασκευή. 

Το Δημαρχείο και τα αποικιοκρατικά αστικά κτίρια

Το Δημαρχείο επί της οδού Αρχ. Κυπριανού, σχεδιάστηκε από τον Γερμανο-Εβραϊκής καταγωγής αρχιτέκτονα Ginsberg.  Η διαρρύθμιση της αίθουσας υποδοχής παραπέμπει στις δωρικού ρυθμού στήλες των Τάφων των Βασιλέων στην Πάφο.  Πρόκειται για μικρό μεν, αλλά κομψό δείγμα αρχιτεκτονικής με ανάγλυφο διάκοσμο από γύψινες λεπτομέρειες στο εσωτερικό και μαρμάρινα δάπεδα.  Απέναντι βρισκόταν το ταχυδρομείο (τώρα Πρυτανεία ΤΕΠΑΚ) – πρώην οικία Ρωσσίδη, με καμαροστοιχία στη βεράντα που βλέπει προς δυσμάς.  Στα ανατολικά κατά μήκος της οδού Θέμιδος βρίσκονται τα παλιά αποικιοκρατικά δικαστήρια (τώρα Βιβλιοθήκη ΤΕΠΑΚ), κτισμένα το 1911 με σχέδια του W. Williams, υπαλλήλου του αποικιοκρατικού Τμήματος Δημοσίων ΄Εργων.
Αν επιστρέψει κανείς στον καθεδρικό ναό της Αγίας Νάπας και προχωρήσει δυτικά κατά μήκος της οδού Αγίου Ανδρέου, θα συναντήσει και άλλα κτίρια σχεδιασμένα από τον αρχιτέκτονα Βόνδα, κτισμένα με λαξευτή λιθοδομή και με λεπτομέρειες επηρεασμένες από Ευρωπαϊκούς ρυθμούς (ο αποκαλούμενος εκλεκτικισμός).  
Σε αντίθεση με την επιβλητικότητα των γύρω κτιρίων, βρίσκεται το μικρό προσκυνητήρι της Αγίας Μαρίνας που περικλείεται μέσα σε ένα ερμάρι στον πλαγιότοιχο ενός εμπορικού μαγαζιού. 

Στη συνέχεια υπάρχουν κτίρια κατασκευασμένα από ανώνυμους Κύπριους τεχνίτες με λιγότερο έντεχνα διακοσμητικά στοιχεία.  Ορισμένα μπορεί να φέρουν ακόμα ίχνη του εξωτερικού σοβά σε χρώματα ώχρας και βαθυκόκκινης άμπρας που χρησιμοποιούνταν παλαιότερα.  Οι βαφικές ύλες προέρχονταν από ορυχεία ανά την Κύπρο, όπως αυτά στην Πόλη Χρυσοχούς, στη Σκουριώτισσα και στους Τρούλλους.  Οι έντονοι τόνοι στους τοίχους συνδυάζονταν με μπλε και γαλαζοπράσινα χρώματα στις περσιάνες των πάνω ορόφων.  Δυστυχώς στις αποκαταστάσεις κτιρίων παραβλέπεται αυτό το πλούσιο χρωματικό στοιχείο που συναντιέται όλο και πιο σπάνια.
Στο τέλος της οδού Αγίου Ανδρέου, ο δρόμος συνεχίζει προς την Τούρκικη συνοικία και αλλάζοντας όνομα γίνεται οδός Αγκύρας.  Το διώροφο κτίριο στη βορειοδυτική γωνία ήταν γνωστό ως «Το κονάκι του Χατζή Ιμπραχήμ Αγά».  Χτισμένο κατά την Οθωμανική περίοδο, καταλάμβανε ολόκληρη τη γωνία με καμάρες στα καταστήματα του ισογείου και δύο ξεχωριστές εισόδους.  Αυτή για τις γυναίκες του σπιτιού (το χαρέμι) είναι επί της οδού Αγκύρας και οδηγεί στο κιόσκι (ξύλινη κατασκευή πάνω από το δρόμο) στον πάνω όροφο.  Η είσοδος για τους άνδρες, γνωστή ως «σελαμλίκ» βρισκόταν στη γωνία επί της οδού Ειρήνης.  Και οι δυο εισόδοι οδηγούσαν σε περίκλειστες αυλές και από εκεί υπήρχαν σκάλες που οδηγούσαν στα κυρίως διαμερίσματα του ανωγείου.

Από εδώ μπορεί κανείς είτε –
Α.      Να προχωρήσει νότια προς το παλιό λιμάνι και να ακολουθήσει τη διαδρομή 2 ποιο κάτω ή
Β.      Να συνεχίσει δυτικά κατά μήκος της οδού Αγκύρας μέσα στην Τ/Κ γειτονιά με τα κτίρια ανάμεικτης χρήσης, χαρακτηριστικά της Οθωμανικής εποχής που στέγαζαν καταστήματα, χάνια και κατοικίες.  Ακολουθώντας τα μαγαζιά και τα παραδοσιακά εργαστήρια προς νότο φθάνει κανείς στο παλιό λιμάνι ή
Γ.      Να ακολουθήσει τη διαδρομή 3, δηλαδή να προχωρήσει προς τα βόρεια κατά μήκος των οδών Ειρήνης – Ελευθερίας σε μία από τις χαρακτηριστικές οικιστικές γειτονιές της Λεμεσού του τέλους του 19ου με 20ου αιώνα.

Οδός Αγκύρας

Καλυμμένα και περίκλειστα κιόσκια διακρίνονται στους άνω ορόφους των σπιτιών αυτού του δρόμου, ενώ τα ισόγεια χρησιμοποιούνται ως καταστήματα, αποθήκες και εργαστήρια.  Τα κιόσκα επέτρεπαν στις γυναίκες του σπιτιού να παρακολουθούν αθέατες την κίνηση στο δρόμο και παράλληλα επέτρεπαν στο δροσερό νότιο-δυτικό αέρα της θάλασσας να κυκλοφορήσει στο εσωτερικό των κτιρίων.  
Σε μεταγενέστερη φάση, τα κιόσκια εγκαταλείφθηκαν και τη θέση τους πήραν ανοικτά μπαλκόνια.  Είναι αξιοπρόσεχτη η ποικιλία ρυθμών και εποχών που πολλές φορές συνυπάρχουν ακόμα και στην ίδια πρόσοψη – όπως πχ παλαιότερου τύπου σανιδωτά ξύλινα παντζούρια, παραθυρόφυλλα με περσιάνες, πέτρινες καμαρωτές αρσέρες (ανοίγματα) για δροσιά και εξαερισμό και προσόψεις της εποχής του 1960, επενδυμένες με ψηφίδες.  Όμως ακόμα και τα νεωτεριστικά κτίρια της δεκαετίας του 1960 ταιριάζουν σε κλίμακα με τα υφιστάμενα παλαιότερα κτίρια της γειτονιάς.
Στο τέλος του δρόμου προβάλλει το Τζαμί Τζετίτ (τέμενος της Παρασκευής).  Είναι το μικρότερο από τα δύο παραδοσιακά τζαμιά της πόλης, ξανακτισμένο το 1909 μετά την καταστροφή του προγενέστερου κτιρίου του 1825, από τις πλημμύρες που έγιναν το 1894.  Το αρχικό τζαμί λένε ότι   ήταν προσφορά ενός Τούρκου ευγενή, που επέζησε   των μαχών που έγιναν στην ΄Ακρα στις αρχές του 19ου αιώνα, μεταξύ του Οθωμανικού στρατού και του στρατού του Μεγάλου Ναπολέοντα.  
Το τζαμί αποτελείται από ένα μοναδικό δωμάτιο, με καλυμμένη βεράντα μπροστά στην είσοδο.  Ο τοίχος της βεράντας ήταν βαμμένος σε «Ενετικό» κόκκινο χρώμα και ο χώρος χρησίμευε για προσευχή όταν γέμιζε το τζαμί.  Στην αυλή του βρίσκεται ο τάφος του ιδρυτή και άλλων ευγενών.  
Στο μέρος αυτό της πόλης στεγάζονται τα περισσότερα μικρά εργαστήρια εκτοπισμένων του 1974, μετά την εγκατάλειψη της περιοχής από τους Τουρκοκύπριους που εγκαταστάθηκαν στα βόρεια του νησιού.  Στα δεξιά βρίσκεται ένα κτίριο της αγγλοκρατίας που χτίστηκε ως τουρκικό παρθεναγωγείο.  Η καμάρα της εισόδου είναι διακοσμημένη με νάρκισσους αγκαλιασμένους στην πέτρα.  Το κτίριο τώρα λειτουργεί ως στέγη για ηλικιωμένα εκτοπισμένα άτομα.
Στο τέλος του δρόμου, στρίβοντας αριστερά στο τζαμί, με κατεύθυνση προς την εκκλησία του Αγίου Αντωνίου, φαίνεται η ξεθωριασμένη επιγραφή του γωνιακό εστιατορίου «Romantic bar and restaurant”. 

Αυτό το σχετικά αναξιοποίητο και εγκαταλειμμένο σήμερα μέρος της πόλης αποτελεί δείγμα της συμβίωσης των δυο κοινοτήτων.  Στη μια πλευρά είναι το Τζαμί Τζετίτ με τον μιναρέ του, από όπου στο παρελθόν ο Χότζας καλούσε τους πιστούς στην προσευχή.  
Από την απέναντι όχθη του ποταμού στην οποία ακόμη σώζονται κυπαρίσια, ελιές, παπουτσοσυκιές και φοινικιές, προβάλλει το καμπαναριό του Αγίου Αντωνίου που χτίστηκε γύρω στα 1830 και οι καμπάνες του οποίου ηχούν και σήμερα.  
Πιο μακριά, τα πλοία και τα ψαράδικα πρόσθεταν τον ήχο τους στο δειλινό, ενώ Χριστιανές γυναίκες διασταύρωναν τον «τουρκομαχαλά» για να προσέλθουν στον εσπερινό, χαιρετώντας τους γείτονες καθοδόν.  Οι άνδρες κάθονταν στα καφενεία καπνίζοντας ναργιλέδες και ακουγόταν ο ήχος του ζαριού πριν πέσει το βραδάκι.  Το κελαήδημα των χελιδονιών στις δόμες των πλυνθαρόκτιστων σπιτιών προσθέτει το δικό του ηχο-χρώμα.  Πολλά από τα στοιχεία του περιγράφονται πιο πάνω υπάρχουν ακόμα και σήμερα, αλλά σβήνουν μέσα στον   θόρυβο της κυκλοφοριακής κίνησης που κόβει τη γειτονιά στα δυο.

 

 

 
epohi