logo blank_gr mail
slide1 slide2 slide3 slide4 slide5 slide7 slide8 slide9
Εκδηλώσεις
Ανακοινώσεις

 

ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟ

Το Κάστρο της Λεμεσού στην μορφή που το βλέπουμε σήμερα  αποτελεί ανακατασκευή της Τουρκοκρατίας (19ος αιώνας) μέσα στην οποία ενσωματώθηκαν αρχιτεκτονικά κατάλοιπα ενός  Μεσαιωνικού Κάστρου πολύ μεγαλυτέρων διαστάσεων.

Η αρχαιότερη αναφορά για την ύπαρξη Κάστρου στη Λεμεσό πηγαίνει πίσω στο 1228 όταν, εκεί, ο Φρειδερίκος ο Β΄της Γερμανίας και οι υποστηρικτές του φυλάκισαν τους ομήρους που αναγκάστηκε να του δώσει ο αντιβασιλιάς της Κύπρου Ιβελλίνος Το Κάστρο αυτό ήταν ίσως ένα παλιό Βυζαντινό Κάστρο ή αυτό που το αντικατέστησε κατά την πρώϊμη περίοδο της Φραγκοκρατίας . Σύμφωνα  με τον Στέφανο Λουζινιανό το αρχικό Κάστρο κτίστηκε από τον 

Γουϊδο Λουζινιανό το 1193. Αυτό το αρχικό οχυρό αν πράγματι υπήρχε δεν έχει εντοπιστεί αρχαιολογικά και το πιο πιθανό είναι ότι παραδόθηκε στους Ναϊτες για να το διαχειρίζονται επ' όνόματι του στέμματος το 1308.

 Στον διάδρομο που συνδέει την μεγάλη αίθουσα με το υπόγειο ανατολικά,  σε στρωματογραφική τομή που έγινε πριν από το 1951 αποκαλύφθηκε η βάση, ένα μαρμάρινο πόδιο μιάς μικρής παλαιοχριστιανικής Βασιλικής και δάπεδο ενός Μεσοβυζαντινού μνημείου (10ος-11ος  αιώνας).

Η Ανατολική πλευρά του τριμερούς καμαροσκέπατου υπογείου διασώζει στο δάπεδο μία μεγάλη αψίδα με διάμετρο 12 περίπου μέτρων η οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ανήκει στον πρώτο Λατινικό καθεδρικό ναό της Πόλης. Τα ερωτήματα για την έκταση και την ακριβή χρονολόγηση του μνημείου αυτού δεν θα μπορέσουν να απαντηθούν παρά μόνο με ανασκαφικές τομές στη Νότια και Βόρεια πλευρά του Κάστρου. Η ελικοειδής κλίμακα στην ΝΔ γωνία αποτελούσε ίσως τμήμα του ναού αυτού και οδηγούσε στην οροφή του .

Η μεταγενέστερη τριμερής διαίρεση του κλίτους της αψίδας αυτής με την καμαροσκέπαστη οροφή θα μπορούσε επίσης να θεωρηθεί ότι αποτέλεσε στην αρχική του τουλάχιστον διαμόρφωση λατρευτικό οικοδόμημα.

Το 1373 οι Γενουάτες αφού κυρίευσαν το κάστρο έκαψαν την πόλη. Σε αυτή τη επίθεση θα πρέπει να προκλήθηκαν σοβαρές ζημιές στο μνημείο. H πόλη  σύμφωνα με τους περιηγητές στα τέλη του 14ου αιώνα είναι σχεδόν ακατοίκητη. Μία μικρή ανάκαμψη παρατηρείται την τελευταία δεκαετία και τις αρχές του 15ου αιώνα στην Λατινική επισκοπική έδρα της Λεμεσού η οποία φαίνεται πως ανακατασκευάζει και χρησιμοποιεί ένα παλιό Μεσοβυζαντινό Ναό στην Οδό Ζικ-Ζακ πίσω από το σημερινό τέμενος Κεπήρ ενώ ταυτόχρονα  επισκευάζεται το Κάστρο το οποίο   αναφέρεται συχνά στους χρονογράφους του 15ου αιώνα για την αντίσταση που προέβαλε κατά των Γενουατών το 1402 και το 1408 . Το 1413 αντιστάθηκε επίσης στις επιθέσεις των Μαμελούκων οι οποίοι δεν μπόρεσαν να το κυριεύσουν.

Σοβαρές ζημιές  που προκλήθηκαν τότε και ίσως λίγο αργότερα από σεισμικές δονήσεις που δεν είχαν αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά  κατέστησαν  αυτό ευάλωτο με αποτέλεσμα το 1425 να κυριευθεί από τους Αιγυπτίους κατά την δεύτερη επιδρομή τους στην πόλη.

 Σύμφωνα με τις πηγές ένας νέος ισχυρός σεισμός επηρεάζει σοβαρά το μνημείο . Το 1491 παρ΄ όλ΄ αυτά όταν το 1518 ο Saige επισκέφθηκε την πόλη βρήκε το Κάστρο ισχυρό. Πιθανότατα όπως συνέβηκε και με το ναό της Οδού Ζικ- Ζακ μέσα στο διάστημα αυτό έγιναν και πάλι εκτεταμένες επιδιορθώσεις και ανακατασκευές . Σε αυτή την οικοδομική φάση ανήκουν τα γοτθικά τόξα της υπόγειας αίθουσας δυτικά και κάποια ανοίγματα με  τοξωτά  λαξευμένα θυρώματα που διακρίνονται στους πλευρικούς τοίχους του α΄ορόφου και πάνω από την σημερινή είσοδο.

 Το 1538 οι Τούρκοι αποβιβάζονται στη Λεμεσό και κυριεύουν το Κάστρο. Ο Βενετός Κυβερνήτης της Κύπρου Βραγανδίνος αποφασίζει την κατεδάφιση του Κάστρου για να εμποδίσει τυχόν επανακατάληψη και χρήση του ως οχυρού από τους Τούρκους. Ο Βουστρώνιος επικρίνει τον κυβερνήτη για την ενέργεια του αυτή αναφέροντας ότι η δαπάνη για την κατεδάφιση του ήταν μεγαλύτερη από αυτή που χρειαζόταν για την επισκευή του.  Η καταστροφή αυτή πραγματοποιήθηκε τμηματικά και συμπληρώθηκε από σεισμικές δονήσεις κατά το 1567/8.

Μετά την οριστική κατάληψη της νήσου (1576) από τους Οθωμανούς Τούρκους  τα ερείπια ή τμήματα των ερειπίων του παλιού κάστρου ενσωματώθηκαν γύρω στο 1590 μέσα στο νέο οχυρό των Οθωμανών με ισχυρό τοίχο πάχους 2  μέτρων και διαμόρφωσαν  τα κελλιά του ισογείου και του ορόφου που μέχρι και το 1950 χρησιμοποιούνταν σαν φυλακές.

ΤΟ ΠΑΓΚΥΠΡΙΟ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ

Οταν λίγο μετά το 1950,  οι κεντρικές φυλακές της Κύπρου  μεταφέρθηκαν στην Λευκωσία, το Κάστρο της Λεμεσού κηρύχθηκε αρχαίο μνημείο και παραδόθηκε στο Τμήμα Αρχαιοτήτων για να χρησιμοποιηθεί σαν Επαρχιακό Αρχαιολογικό Μουσείο το οποίο λειτούργησε αρχικά με ένα τεχνικό. Παρέμεινε κλειστό μετά τις ταραχές του 1963 μέχρι και το 1974 όταν μετατράπηκε από την  Εθνική φρουρά σε φυλάκιο.

Με την ολοκλήρωση της ανοικοδόμησης του νέου Επαρχιακού Μουσείου Λεμεσού και την μεταφορά  της έκθεσης στο νέο κτίριο  το Κάστρο παραδόθηκε σε μία σειρά μακροχρόνιων έργων καθαρισμού, συντήρησης και διαμόρφωσης τόσο του εξωτερικού όσο και  του εσωτερικού του χώρου με σκοπό τη φιλοξενία ενός νέου Μουσείου, του Παγκύπριου Μεσαιωνικού Μουσείου που εγκαινιάστηκε στις 28.3.1987.

Στο Μουσείο αυτό εκτίθενται αντικείμενα μέσα από τα οποία αντικατοπτρίζεται το Ιστορικό γίγνεσθαι της νεώτερης Κύπρου,  η οικονομική, κοινωνική και καλλιτεχνική ανάπτυξη, τα ήθη και τα έθιμα του νησιού από τον 3o  μέχρι και τον 18ο μ.Χ. αιώνα. Το διάστημα αυτό μπορεί   να διαχωρισθεί σε τέσσερεις βασικές περιόδους. 

Χρονολογικός πίνακας:

 

ΠΑΛΑΙΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

 

(Υστερορωμαϊκή ή Πρωτοβυζαβτινή )

324-650 μ.Χ

 

 

ΜΕΣΟΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

650-1192 μ.χ

 

 

Σκοτεινοί αιώνες/Περίοδος Αραβικών επιδρομών ή

 

Α΄ Μεσοβυζαντινή φάση

650-965 μ.Χ.

 

 

Β΄Μεσοβυζαντινή Φάση

965-1191 μ.Χ.

 

 

ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ           

1192-1570

 

 

Φραγκοκρατία

1192-1489 μ.Χ.

Ενετοκρατία

1489-1570 μ.Χ.

 

 

ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ

1570-1878 μ.Χ.

 
ΠΑΛΑΙΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΚΥΠΡΟΣ

Κατά το διάστημα μεταξύ 3ου/4ου  και  7ου μ.Χ. αιώνα που είναι γνωστό ως Υστερορωμαϊκή, Παλαιοχριστιανική ή Πρωτοβυζαντινή περίοδος συντελούνται δραστικές μεταμορφώσεις στην δομή των αρχαίων πόλεων και στο κοινωνικό τους σύστημα μέσα στα πλαίσια της νέας Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας η οποία ξεκινά με τον Μ. Κωνσταντίνο μία νέα πολιτική και πολιτιστική πορεία η οποία ενώ στηρίζεται στις διοικητικές δομές του Ρωμαϊκού κράτους και το Ελληνιστικό πολιτισμικό πλαίσιο προσδίδει σε αυτά μία νέα επαναστατική μορφή η οποία εκφράζει τις ανακαινιστικές  αντιλήψεις του Χριστιανισμού που εκφράζονται σε όλες τις εκδηλώσεις της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής ζωής

Η ανθρώπινη ύπαρξη στην εσωτερική της διάσταση βιώνει το γεγονός της ζωντανής παρουσίας του Ενσαρκωμένου και Αναστημένου Θεανθρώπου στο ιστορικό γίγνεσθαι.της ανθρωπότητας και αυτό εκφράζεται σε κάθε ατομική ή  κοινωνική εκδήλωση.

Το αρχαιότερο έργο της Παλαιοχριστιανικής Κύπρου προέρχεται από την ταφική κρύπτη του ναού του Αγίου Ρηγίνου στην Φασούλα ένα χωριό στα Βόρεια της Λεμεσού. Είναι ένα τμήμα από ανάγλυφη σαρκοφάγο με παραστάσεις κυνηγιού εκτεθειμένη στον βόρειο τοίχο του διαδρόμου στον α΄όροφο. Βρίσκεται ακόμα μέσα στην καλλιτεχνική ατμόσφαιρα της Ρωμαίκής τέχνης και χρονολογείται πιθανότατα στον 3ο μ.Χ. αιώνα.

Στην ισόγειο αίθουσα  εκτίθεται σε ακουαρέλλα αντίγραφο της παλαιότερης παλαιοχριστιανικής τοιχογραφίας με νειλωτικό τοπίο από το Αγίασμα του Αγίου Νικοδήμου στη Σαλαμίνα που είναι σήμερα στα κατεχόμενα και αποτελεί επίσης ένα από τα πρωϊμότερα δείγματα χριστιανικής τέχνης μέσα στην Ρωμαϊκή Κύπρο.

 Λίγο αργότερα με την κήρυξη της ανεξιθρησκείας (313 διάταγμα Μεδιολάνων)  τα "πολύλλιτα σήματα" (τα πολύ ευλογημένα σύμβολα) του Χριστού όπως χαρακτηριστικά αναφέρονται στην ψηφιδωτή επιγραφή της οικίας του Ευστολίου στο Κούριο αντικαθιστούν τα βαρύτιμα υλικά και σφραγίζουν κάθε εκδήλωση της παλαιοχριστιανικής τέχνης.

Περίπου 100 μνημειώδεις παλαιοχριστιανικές Βασιλικές έχουν εντοπισθεί ή ερευνηθεί στο νησί . Στο πλευρικό τοίχωμα του διαδρόμου του α΄ορόφου βόρεια, μπορεί κανείς να δει σε γραφική αναπαράσταση τμήμα της εσωτερικής αυτής διάταξης μίας από τις σημαντικότερες Βασιλικές του νησιού, της Επισκοπικής πεντάκλιτης Βασιλικής του Κουρίου (5ος-τέλη 7ου μ.Χ./ αρχές 8ου μ.Χ.) αιώνα και  μερικές από τις πιο σημαντικές σε φωτογραφία στην έκθεση  της υπόγειας δυτικής αίθουσας (π.χ. Βασιλική  Κουρίου,  Αγίας Τριάδας στην Καρπασία, Καμπανόπετρα της Σαλαμίνας,  Βασιλική  Σόλων και  Αγίου Γεωργίου της Πέγειας).

Ο όρος Βασιλική περιγράφει ένα συγκεκριμένο αρχιτεκτονικό τύπο κλειστής υπόστυλης αίθουσας της Ρωμαϊκής περιόδου που προήλθε από τον τύπο της λεγομένης "Βασιλείου Στοάς" της Κλασικής Αθήνας. Αυτό τον ρωμαϊκό αρχιτεκτονικό τύπο της Βασιλικής επέλεξαν οι Αρχιτέκτονες της Νέας Ρώμης κατά  την Παλαιοχριστιανική περίοδο για τα νέα μνημειακά εκκλησιαστικά οικοδομήματα σε ολόκληρη την επικράτεια της Αυτοκρατορίας .

Μάρμαρα φερμένα από τα λατομεία της Προκοννήσου στον Βόσπορο, σκαλισμένα από μαστόρους της Κωνσταντινούπολης στέλνονται σε ολόκληρη την Κύπρο για την οικοδόμηση Βασιλικών σαν μέρος της εν γένει αυτοκρατορικής πολιτικής.

Στον διάδρομο του α΄ορόφου  εκτίθενται δείγματα αυτής της τέχνης όπως ένα κομμάτι κίονα με ανάγλυφο σταυρό από την Επισκοπική Βασιλική της Αμαθούντας και ένα μαρμάρινο κιονόκρανο του 6ου αιώνα από την μικρή εκτός των τειχών βασιλική του Κουρίου κοντά στο Στάδιο, ένας κιονίσκος  κιβωρίου Αγίας Τράπεζας αγνώστου προελεύσεως, μερικοί από τους συνήθεις τύπους κιονοκράνων από τους κιονίσκους των θωρακίων, μία τράπεζα προσφορών από το Ακρωτήρι της Λεμεσού του 6ου μ.Χ.  ορθομαρμαρώσεις (μαρμάρινες επιπεδόγλυφες επενδύσεις τοίχων από την Βασιλική του Αγίου Φίλωνα στην Καρπασία), θωράκια  μαρμάρινα αγνώστου προελεύσεως και ασβεστολιθικά από την βασιλική του Αγίου Επιφανίου στην Σαλαμίνα, την Βατυλή και το Μαραθόβουνο, ένα ασβεστολιθικό διάφραγμα παραθύρου από την Αγία Κεπήρ κ.ά.

Χαρακτηριστική είναι η εικονογραφημένη επιπεδόγλυφη ορθομαρμάρωση με τον Προφήτη Dανιήλ ανάμεσα σε λιοντάρια του τέλους του 5ου αιώνα μ.Χ. η οποία έχει έντονα στοιχεία που την συνδέουν με την τέχνη της γειτονικής Σελευκείας στην Συρία.

Στην προθήκη ανατολικά στο κέντρο του διαδρόμου εκτίθενται πήλινοι λύχνοι κυρίως από την Σαλαμίνα από την Χρυσοπολίτισσα της Κάτω πάφου καθώς και δείγματα από αμπούλες που έφερναν οι προσκυνητές από το Μοναστήρι του Αγίου Μηνά στo Maryut της Αιγύπτου του 8ου-10ου αιώνα μ.Χ.

Στην αυλή του Κάστρου δεξιά έχουν τοποθετηθεί τμήματα των πολύ σημαντικών ψηφιδωτών δαπέδων της Βασιλικής της Αγίας Μαύρης στην  ΄Αλασσα που χρονολογούνται στην ΄Υστερη-Ρωμαϊκή περίοδο και στην νοτιοανατολική γωνία ένα ελαιοπιεστήριο από την περιοχή Δαμεφτής του Κούρρη ποταμού που χρονολογείται στον 7ο-9ο μ.Χ. αιώνα.

ΜΕΣΟΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΚΥΠΡΟΣ

Η δεύτερη περίοδος που καλύπτει το διάστημα μεταξύ του β΄μισού του 7ου και όλο σχεδόν τον 10ο αιώνα είναι γνωστή  σαν περίοδος των Αραβικών Επιδρομών ή   σκοτεινή περίοδος .

Το νησί παρά το ότι υποχρεώθηκε με ειδικές συμβάσεις να τηρήσει αρχές ουδετερότητας σε ότι αφορά τις σχέσεις Βυζαντίου-Αράβων παρέμεινε  πιστό στην κυριαρχία της Βασιλεύουσας Πόλης (της Κωνσταντινούπολης). Εξ αυτού υφίσταται όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Πατριάρχης Νικόλαος Μυστικός ανήλεες επιθέσεις και ομολόγησε με μαρτύρια αυτή του την πίστη στον Χριστό και την Θεόστεπτο Βασιλεία του Βυζαντίου .

Η συνάντηση με την ανερχόμενη θρησκεία του Ισλάμ στα μέσα του 7ου αιώνα που αναδύθηκε στην Ανατολή,  χάραξε την αρχή μιας νέας τραυματικής  εμπειρίας η οποία εξαφάνισε τις αρχαίες πόλεις σήμανε όμως το ξεκίνημα μιας νέας εποχής. Η συντετριμμένη αλλά και θριαμβεύουσα Εκκλησία της Κύπρου καθίσταται έκτοτε ο ουσιαστικότερος και μονιμότερος εκπρόσωπος του κυπριακού λαού, με προεκτάσεις πολιτικές που επεβίωσαν μέχρι και την εθναρχία του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου του Γ (το 1977).

 Μέσα από δραματικές διαδικασίες  ολοκληρώθηκε βίαια σαν από κλαδευτήρι η αποσύνδεση του λαού από τα κατάλοιπα του παγανιστικού  παρελθόντος, και αναπτύχθηκαν οι δομές αυτού που ονομάζουμε σήμερα Βυζαντινού πολιτισμού.

Από την περίοδο αυτή έχουν διασωθεί λιγοστά δείγματα τέχνης όπως π.χ. τα αγγεία με τις αραβικές επιγραφές στην νότια γωνιαία ανατολική αίθουσα του α΄ ορόφου. 

Πόρπες από τις στολές των Βυζαντινών στρατιωτών, όπως η Χάλκινηπόρπη με εγχάρακτο σταγονόσχημο συνδετήρα του 7ου μ.Χ. αιώνα,  που υπηρετούσαν  το νησί  υποδεικνύουν ότι ούτε το Βυζάντιο απεμπόλησε την κυριαρχία του από το νησί παρά την δυσκολία για αποτελεσματική υπεράσπιση του από τις επιδρομές των Αράβων. Ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός στα τέλη του 7ου όταν  αποφάσισε την μετοικεσία των Κυπρίων στην Νέα Αρτάκη της Κυζίκου ιδιαιτέρως φροντίζει να μη στερηθούν οι Κύπριοι  των αυτοκρατορικών κυριαρχικών τους προνομίων και παραχωρεί στον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου ανάλογες δικαιοδοσίες στην εκεί περιοχή η οποία καλείτο τότε και Νέα Ιουστινιανή. ΄Εκτοτε ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου φέρει τον τίτλο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου και πάσης Ιουστιανιανής.

Η μετοικεσία αυτή δεν μπόρεσε να σταθεροποιηθεί. Οι Κύπριοι μεταφέρθηκαν ξανά στο νησί στα τέλη του 17ου και υπέστησαν μία νέα σειρά φοβερών διώξεων στους επόμενους τρείς αιώνες μέχρι το 965 όταν ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Φωκάς απελευθερώνει οριστικά το νησί και πλήττει αποφασιστικά τις αραβικές δυνάμεις στην Ανατολική Μεσόγειο.

Οι διασωθέντες κάτοικοι οι οποίοι εγκατέλειψαν τις πυρπολημένες πολιτείες κατέφυγαν στις ορεινές περιοχές, μέσα σε σπηλιές και αργότερα ίσως σε μικρούς αγροτικούς οικισμούς.Στην νότια ανατολική αίθουσα του α΄ορόφου είναι εκτεθειμένη η κεραμεική του τέλους της υστερορωμαίκής περιόδου, και των σκοτεινών αιώνων  (6ος-8ος μ.Χ αιώνα).Η κεραμεική αυτή προέρχεται κυρίως από το γνωστό εργαστήριο του Διορίου στην κατεχόμενη Μόρφου.Χαρακτηριστικά είναι τα αγγεία της Ερυθρής αλειφωτής Κυπριακής κεραμεικής (LR D) από την Σαλαμίνα και το σπήλαιο του Κόρνου του τέλους του 7ου και 8ου μ.Χ. αιώνα.

Μία νέα αγροτική οικονομία γεννιέται στην εσοχώρα του νησιού  με χρώματα βυζαντινά . Ο νέος αυτός πολιτισμός διατηρεί  ισχυρούς πολιτικούς και πολιτισμικούς δεσμούς με την ίδια την Βασιλεύουσα την Κωνσταντινούπολη που εκδηλώνεται σε όλες τις μορφές της τέχνης, την μεταλλοτεχνία , την κεραμεική την αρχιτεκτονική και την  εικονογραφία όπως υποδεικνύει ένα χαρακτηριστικό αντίγραφο- δείγμα σε ακουαρέλλα της σκηνής του Ενταφιασμού από το παρεκκλήσιο του Σωτήρος της Μονής του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στον Κουτσοβέντη που χρονολογείται το 1110-1118 μ.Χ και είναι συνδυασμένο με τον επιτάφιο θρήνο σε ένα από τα κελιά του ισογείου.

 Η εκλεκτή αυτή σύνθεση αποτελεί πρόδρομο για την εξέλιξη ενός νέου εικονογραφικού  τύπου στην Βυζαντινή τέχνη με κύριο εκπρόσωπο την αντίστοιχη παράσταση του Επιταφίου θρήνου από την εκκλησία του Αγίου Παντελεήμονα στο Nerezi της Γιουγκοσλαβίας.

Πολλά από τα αρχιτεκτονικά μνημεία της εποχής αυτής , βυζαντινά κάστρα και οχυρά, εκκλησιαστικά μνημεία εκτίθενται σε φωτογραφίες στην είσοδο και στον βόρειο τοίχο της υπόγειας δυτικής αίθουσας.

Χαρακτηριστική για τη Μέση Βυζαντινή περίοδο είναι η εγκατάλειψη των παλαιοχριστιανικών βασιλικών και η αντικατάσταση τους με καμαροσκέπαστους ναούς ή εγγεγραμμένους σταυροειδείς κυρίως συνεπτυγμένου τύπου με τρούλλο και σπανιώτερα με πεντάτρουλλους όπως η Αγία Παράσκευή στην Γεροσκήπου της Πάφου και ο ναός των Αγίων Βαρνάβα και Ιλαρίωνα στην Περιστερώνα . Μοναδικός είναι ο συνεπτυγμένος τύπος τριών σταυροειδών ναών με τρείς τρούλλους του Αγίου Λαζάρου στη Λάρνακα που οικοδομήθηκε γύρω στον στα τέλη ή τις αρχές του 10ου αιώνα.

Μέσα στην β΄μεσοβυζαντινή φάση εμφανίζονται οι ξυλόστεγοι ναοί της οροσειράς του Τρόοδους  με τα αγκιστρωτά κεραμίδια  οι οποίοι ξεκινούν αρχικά  με μονή στέγη  τον πρώϊμο 11ο (΄Αγιος Νικόλαος της Στέγης)  και 12ο αιώνα (Παναγία Ασίνου, Αμασγού, Λαγουδερά) και από τον 13ο αιώνα (Παναγία του Μουτουλλά) μετατρέπονται στον γνωστό τύπο με την διπλή δίρρικτη στέγη ο οποίος εξαπλώνεται κυρίως κατά τον 16ο αιώνα μ.Χ ( έκθεση φωτογραφίας στην μεγάλη υπόγεια αίθουσα δυτικά). Οι περισσότεροι από αυτούς τους ναούς είναι επίσης τοιχογραφημένοι με εκλεκτές νωπογραφίες.

¨Ενα από τα καλύτερα δείγματα ξυλόγλυπτης και γραπτής δοκού από την ξυλόστεγη εκκλησία του  Αγίου Μάμα στον Λουβαρά (1463) είναι τοποθετημένη πάνω από τον κεντρικό διάδρομο του α΄ορόφου.

ΜΕΣΑΙΩΝΑΣ

ΦΡΑΓΚΟΚΡΑΤΙΑ- ΕΝΕΤΟΚΡΑΤΙΑ

Το 1191 ξεκινά για το νησί μία νέα πορεία με διαδοχικούς κατακτητές ή πειρατές. Πρώτος ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος ο ΄Αγγλος Σταυροφόρος καταλαμβάνει το νησί και ένα χρόνο μετά το πωλεί στον Φράγκο Βασιλέα της Ιερουσαλήμ Γουϊδο Λουιζινιανό.

΄Εκτοτε για τέσσερεις περίπου αιώνες το νησί διοικείται από Δυτικοευρωπαίους, τους Φράγκους, μέχρι το 1489   και τους Βενετούς μέχρι το 1570 οι οποίοι εγκαταστάθηκαν αρχικά σαν κατακτητές πολύ σύντομα όμως πολλοί από αυτούς αφομοιώθηκαν με τον ντόπιο πληθυσμό και σιγά - σιγά απεκόπησαν από τα κέντρα της εθνικής τους καταγωγής και ταυτίστηκαν με την μοίρα του ελληνισμού της Κύπρου.

Χαρακτηριστικοί Εκπρόσωποι της δυτικής τέχνης που αναπτύσσεται στην Κύπρο αυτή την περίοδο είναι κυρίως τα αρχιτεκτονικά μνημεία (κάστρα, εκκλησίες, μοναστήρια) με τα αντίστοιχα διακοσμητικά στοιχεία όπως για παράδειγμα τα γλυπτά εκμαγεία που διακοσμούσαν το τοξωτό υπέρθυρο της κεντρικής δυτικής εισόδου του Καθεδρικού Ναού της Αγίας Σοφίας στη Λευκωσία του 14ου αιώνα που εκτίθενται στην μεγάλη δυτική υπόγεια αίθουσα. Στον Βόρειο τοίχο της αίθουσας αυτής υπάρχει έκθεση φωτογραφίας με μνημεία των δύο περιόδων. Στο κέντρο έχει επίσης τοποθετηθεί μία προθήκη μέσα στην οποία τοποθετήθηκαν ευρήματα από τον Μεσαιωνικό θησαυρό που βρέθηκε στην Οδό Πινδάρου και Ανδροκλέους στη Λευκωσία και χρονολογούνται στις αρχές του 13ου μέχρι και τα μέσα του 14ου αιώνα μ.Χ.

Στο υπόγειο ανατολικά και το ισόγειο εκτίθεται μία σημαντική συλλογή επιτυμβίων καλυπτηρίων λίθων (ταφόπλακες) κυρίως του 13ου και 14ου αιώνα με εγχάρακτη ή ανάγλυφη διακόσμηση , ενεπίγραφες ή μη μέσα από τις οποίες αναγινώσκεται η παρουσία των φράγκων ευγενών στην Κύπρο. Η συλλογή αυτή προέρχεται από τον περίγυρο εκκλησιών της Λευκωσίας (οι περισσότερες από τον ναό S. Augustin –του τάγματος των Αυγουστινιανών που μετατράπηκε αργότερα στο γνωστό Ομεριέ Τζαμί, και κάποιες από τη Λεμεσό  (από τη μονή των Φραγκισκανών που βρισκόταν στην θέση του σημερινού μητροπολιτικού ναού της Παναγίας Παντανάσσης).

 

Ενδεικτικά στον διάδρομο του ισογείου έχουν εκτεθεί αντίγραφα των οικοσήμων ευγενών οικογενειών των οποίων η παρουσία τεκμαίρεται κυρίως μέσα από τις ταφόπλακες.

 

Εξαιρετικής σημασίας είναι η συλλογή τηςΜεσαιωνικής Κεραμικής στα κελιά του πρώτου ορόφουΜε επιδράσεις από την ΄Απω Ανατολή εισάγεται και στην Κύπρο η τεχνική της Εφυαλωμένης κεραμικής η τεχνική της οποίας επιτρέπει την πολυχρωμία στην διακόσμηση των κεραμικών.

Στην Κύπρο έχουν ήδη εντοπιστεί δύο σημαντικά εργαστήρια κατασκευής εφυαλωμένης κεραμικής στην Πάφο και την Λάπηθο που λειτουργούν από τον 12ο μέχρι περίπου και τον 16ο/17ο αιώνα και μικρότερα εργαστήρια στην ΄Εγκωμη της Αμμοχώστου.

 Παράγονται αρχικά τον 12ο και 13ο αιώνα αγγεία με γραπτή διακόσμηση δια του αλειφώματος, και αργότερα στον 13ο, 14ο,15ο και 16ο αιώνα γραπτή εφυαλωμένη μονόχρωμη ή πολύχρωμη κεραμεική, απλή ή με εγχάρακτα και ανάγλυφα διακοσμητικά μοτίβα.

Η πλούσια διακόσμηση και το θεματολόγιο τους τα έχουν καταστήσει σημαντικό τμήμα της Μεσαιωνικής τέχνης της Κύπρου. Χρησιμοποιούνται ως διακοσμητικά ή τελετουργικά αγγεία σε σημαντικές εκδηλώσεις της καθημερινής και θρησκευτικής ζωής. Οι ταφές της Μεσαιωνικής περιόδου συνοδεύονται σχεδόν πάντα από μία τέτοια εφυαλωμένη κούπα στην οποία τοποθετείτο το σιτάρι απαραίτητο για την τέλεση της ακολουθίας του ενταφιασμού.

Μαζί με τα εφυαλώμενα αγγεία εκτίθενται σε ένα από τα κελιά δείγματα χρηστικής κεραμεικής από την επεξεργασία της ζαχάρεως (αγγεία διήθησης) ένα προϊόν το οποίο φαίνεται να αποτελεί το βασικότερο προϊόν εμπορίου της Μεσαιωνικής Κύπρου και ιδιαίτερα της περιοχής της σημερινής Επαρχίας Λεμεσού.

Στο Κολόσσι και την Επισκοπή της Λεμεσού όπου έχουν εντοπιστεί τα εργαστήρια επεξεργασίας ζαχάρεως υπήρχαν οι σημαντικότερες φυτείες ζαχάροκαλάμου οι οποίες σύμφωνα με τους περιηγητές παρήγαγαν ποσότητες τέτοιες που αρκούσαν για όλο τον μέχρι τότε γνωστό κόσμο.Αντίστοιχο εργαστήρι υπήρχε και στην Μεσαιωνική έπαυλη στα Κούκλια.

Τέλος η εποχή αυτή εκπροσωπείται στο Μεσαιωνικό Μουσείο με ανάλογης ποιότητας έργα μικροτεχνίας: υαλουργία, μικρογλυπτική, μεταλλοτεχνία: αγγεία, εργαλεία, ιερά σκεύη και κοσμηματοτεχνία, αντικείμενα λατρευτικής ή καθημερινής χρήσης που αντικατοπτρίζουν τις συνήθειες, τα ήθη και τα έθιμα της εποχής.

Στο κέντρο του διαδρόμου στον α όροφο σε μία προθήκη με νομίσματα που βρέθηκαν στην Κύπρο εικονογραφείται η διαδοχή των πολιτικών αρχόντων της νήσου από τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες Αναστάσιο μέχρι και τους  Κομνηνούς, Φράγκους και Ενετούς ηγεμόνες και τους τελευταίους Οθωμανούς Σουλτάνους.

ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ

Το 1570  οι Οθωμανοί Τούρκοι καταλαμβάνουν, την Κύπρο. Η κατάληψη του νησιού έγινε μετά από ηρωϊκές μάχες των Βενετών και των Κυπρίων.

Στους προμαχώνες της Τρίπολης στα τείχη της Λευκωσίας  βρέθηκαν και εκτίθενται σήμερα τα άρματα με τα οποία ήσαν εξοπλισμένοι οι τελευταίοι υπερασπιστές των τειχών τον 16ο αιώνα (πανοπλίες περικεφαλαίες) καθώς και δείγματα του οπλισμού των Τούρκων κατακτητών (πιστόλια, σπαθιά  κανόνια κλ.π.).

 

   

Εκτίθενται τέλος στο ακρινό βόρειο κελλί του ανωγείου χαρακτηριστικά μπρούντζινα αγγεία ντόπια ή εισηγμένα κυρίως από την Αλεξάνδρεια, από την τελευταία αυτή περίοδο που εκπροσωπείται μερικώς στην ΄Εκθεση του Κυπριακού Μεσαιωνικού Μουσείου.

Ο 19ος και ο πρώϊμος 20ος αιώνας εκπροσωπούνται με έργα τα οποία εκτίθενται συνήθως σε Μουσεία Λαϊκής Τέχνης (π.χ. Δημοτικό Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Λεμεσού, Μουσείο Λαϊκής Τέχνης Τμήματος Αρχαιοτήτων Γεροσκήπου).

 

 

 
epohi