ΜΕΣΟΒΥΖΑΝΤΙΝΗ
ΚΥΠΡΟΣ
Η δεύτερη περίοδος που καλύπτει
το διάστημα μεταξύ του β΄μισού του 7ου
και όλο σχεδόν τον 10ο αιώνα είναι
γνωστή σαν
περίοδος των Αραβικών Επιδρομών ή
σκοτεινή περίοδος .
Το νησί παρά το ότι υποχρεώθηκε
με ειδικές συμβάσεις να τηρήσει
αρχές ουδετερότητας σε ότι αφορά
τις σχέσεις Βυζαντίου-Αράβων παρέμεινε
πιστό στην κυριαρχία της
Βασιλεύουσας Πόλης (της
Κωνσταντινούπολης). Εξ αυτού υφίσταται
όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο
Πατριάρχης Νικόλαος Μυστικός ανήλεες
επιθέσεις και ομολόγησε με μαρτύρια
αυτή του την πίστη στον Χριστό και την
Θεόστεπτο Βασιλεία του Βυζαντίου .
Η συνάντηση με την ανερχόμενη
θρησκεία του Ισλάμ στα μέσα του 7ου αιώνα
που αναδύθηκε στην Ανατολή,
χάραξε την αρχή μιας νέας
τραυματικής εμπειρίας
η οποία εξαφάνισε τις
αρχαίες πόλεις σήμανε όμως το
ξεκίνημα μιας νέας εποχής. Η
συντετριμμένη αλλά και θριαμβεύουσα Εκκλησία
της Κύπρου καθίσταται έκτοτε ο
ουσιαστικότερος και μονιμότερος
εκπρόσωπος του κυπριακού λαού, με
προεκτάσεις πολιτικές που επεβίωσαν
μέχρι και την εθναρχία του
Αρχιεπισκόπου Μακαρίου του Γ (το 1977).
Μέσα
από δραματικές διαδικασίες
ολοκληρώθηκε βίαια σαν από
κλαδευτήρι η αποσύνδεση του λαού από τα
κατάλοιπα του παγανιστικού παρελθόντος, και αναπτύχθηκαν οι
δομές αυτού που ονομάζουμε σήμερα
Βυζαντινού πολιτισμού.

Από την περίοδο αυτή έχουν
διασωθεί λιγοστά δείγματα τέχνης όπως π.χ.
τα αγγεία με τις αραβικές επιγραφές στην
νότια γωνιαία ανατολική αίθουσα του α΄
ορόφου.
Πόρπες από τις στολές των
Βυζαντινών στρατιωτών,
όπως η Χάλκινη πόρπη με
εγχάρακτο σταγονόσχημο συνδετήρα του 7ου
μ.Χ. αιώνα, που
υπηρετούσαν το νησί υποδεικνύουν
ότι ούτε το Βυζάντιο απεμπόλησε την
κυριαρχία του από το νησί παρά την
δυσκολία για αποτελεσματική υπεράσπιση
του από τις επιδρομές των Αράβων. Ο
αυτοκράτορας Ιουστινιανός στα τέλη του 7ου
όταν αποφάσισε
την μετοικεσία των Κυπρίων στην Νέα
Αρτάκη της Κυζίκου ιδιαιτέρως φροντίζει
να μη στερηθούν οι Κύπριοι των αυτοκρατορικών κυριαρχικών
τους προνομίων και παραχωρεί στον
Αρχιεπίσκοπο Κύπρου ανάλογες
δικαιοδοσίες στην εκεί περιοχή η οποία
καλείτο τότε και Νέα Ιουστινιανή.
΄Εκτοτε ο αρχιεπίσκοπος Κύπρου φέρει
τον τίτλο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου και
πάσης Ιουστιανιανής.
Η μετοικεσία αυτή δεν μπόρεσε
να σταθεροποιηθεί. Οι Κύπριοι
μεταφέρθηκαν ξανά στο νησί στα τέλη του
17ου και υπέστησαν μία νέα σειρά φοβερών
διώξεων στους επόμενους τρείς αιώνες
μέχρι το 965 όταν ο αυτοκράτορας
Νικηφόρος Φωκάς απελευθερώνει οριστικά
το νησί και πλήττει αποφασιστικά τις
αραβικές δυνάμεις στην Ανατολική
Μεσόγειο.
Οι
διασωθέντες κάτοικοι οι οποίοι
εγκατέλειψαν τις πυρπολημένες
πολιτείες κατέφυγαν στις ορεινές
περιοχές, μέσα σε σπηλιές και αργότερα
ίσως σε μικρούς αγροτικούς οικισμούς.
Στην νότια ανατολική αίθουσα
του α΄ορόφου είναι
εκτεθειμένη η κεραμεική του τέλους της
υστερορωμαίκής περιόδου, και των
σκοτεινών αιώνων (6ος-8ος μ.Χ αιώνα).
Η κεραμεική αυτή προέρχεται
κυρίως από το γνωστό εργαστήριο του
Διορίου στην κατεχόμενη Μόρφου.
Χαρακτηριστικά
είναι τα αγγεία της Ερυθρής αλειφωτής
Κυπριακής κεραμεικής (LR D) από την Σαλαμίνα και το σπήλαιο
του Κόρνου του τέλους του 7ου και 8ου μ.Χ.
αιώνα.
Μία νέα αγροτική οικονομία
γεννιέται στην εσοχώρα του νησιού
με χρώματα βυζαντινά . Ο νέος αυτός
πολιτισμός διατηρεί
ισχυρούς πολιτικούς και
πολιτισμικούς δεσμούς με την ίδια την
Βασιλεύουσα την Κωνσταντινούπολη που
εκδηλώνεται σε όλες τις μορφές της
τέχνης, την μεταλλοτεχνία , την
κεραμεική την αρχιτεκτονική και την
εικονογραφία όπως υποδεικνύει ένα
χαρακτηριστικό αντίγραφο- δείγμα σε
ακουαρέλλα της σκηνής του Ενταφιασμού
από το παρεκκλήσιο του Σωτήρος της Μονής
του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στον
Κουτσοβέντη που χρονολογείται το 1110-1118 μ.Χ
και είναι συνδυασμένο με τον επιτάφιο
θρήνο σε ένα
από τα κελιά του ισογείου.
Η
εκλεκτή αυτή σύνθεση αποτελεί πρόδρομο
για την εξέλιξη ενός νέου
εικονογραφικού τύπου
στην Βυζαντινή τέχνη με κύριο εκπρόσωπο
την αντίστοιχη παράσταση του Επιταφίου
θρήνου από την εκκλησία του Αγίου
Παντελεήμονα στο Nerezi
της Γιουγκοσλαβίας.
 Πολλά από τα αρχιτεκτονικά
μνημεία της εποχής αυτής , βυζαντινά
κάστρα και οχυρά, εκκλησιαστικά μνημεία
εκτίθενται σε φωτογραφίες στην είσοδο
και στον βόρειο τοίχο της υπόγειας
δυτικής αίθουσας.
Χαρακτηριστική για τη Μέση
Βυζαντινή περίοδο είναι η εγκατάλειψη
των παλαιοχριστιανικών βασιλικών και η
αντικατάσταση τους με καμαροσκέπαστους
ναούς ή εγγεγραμμένους σταυροειδείς
κυρίως συνεπτυγμένου τύπου με τρούλλο
και σπανιώτερα με πεντάτρουλλους όπως η
Αγία Παράσκευή στην Γεροσκήπου της
Πάφου και ο ναός των Αγίων Βαρνάβα και
Ιλαρίωνα στην Περιστερώνα . Μοναδικός
είναι ο συνεπτυγμένος τύπος τριών
σταυροειδών ναών με τρείς τρούλλους του
Αγίου Λαζάρου στη Λάρνακα που
οικοδομήθηκε γύρω στον στα τέλη ή τις
αρχές του 10ου αιώνα.
Μέσα στην β΄μεσοβυζαντινή
φάση εμφανίζονται οι ξυλόστεγοι
ναοί της οροσειράς του Τρόοδους
με τα αγκιστρωτά κεραμίδια οι οποίοι ξεκινούν αρχικά
με μονή στέγη τον
πρώϊμο 11ο (΄Αγιος Νικόλαος της Στέγης)
και 12ο αιώνα (Παναγία Ασίνου, Αμασγού,
Λαγουδερά) και από τον 13ο αιώνα (Παναγία
του Μουτουλλά) μετατρέπονται στον
γνωστό τύπο με την διπλή δίρρικτη στέγη
ο οποίος εξαπλώνεται κυρίως κατά τον 16ο
αιώνα μ.Χ ( έκθεση φωτογραφίας στην
μεγάλη υπόγεια αίθουσα δυτικά). Οι
περισσότεροι από αυτούς τους ναούς
είναι επίσης τοιχογραφημένοι με
εκλεκτές νωπογραφίες.
¨Ενα από τα καλύτερα δείγματα
ξυλόγλυπτης και γραπτής δοκού από την
ξυλόστεγη εκκλησία του
Αγίου Μάμα στον Λουβαρά (1463) είναι
τοποθετημένη πάνω από τον κεντρικό
διάδρομο του α΄ορόφου.
|