ΠΑΛΑΙΟΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ
ΚΥΠΡΟΣ
Κατά το διάστημα μεταξύ 3ου/4ου και 7ου μ.Χ.
αιώνα που είναι γνωστό ως Υστερορωμαϊκή,
Παλαιοχριστιανική ή Πρωτοβυζαντινή
περίοδος συντελούνται δραστικές
μεταμορφώσεις στην δομή των αρχαίων
πόλεων και στο κοινωνικό τους σύστημα
μέσα στα πλαίσια της νέας Ανατολικής
Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας η οποία ξεκινά
με τον Μ. Κωνσταντίνο μία νέα πολιτική
και πολιτιστική πορεία η οποία ενώ
στηρίζεται στις διοικητικές δομές του
Ρωμαϊκού κράτους και το Ελληνιστικό
πολιτισμικό πλαίσιο προσδίδει σε αυτά
μία νέα επαναστατική μορφή η οποία
εκφράζει τις ανακαινιστικές
αντιλήψεις του Χριστιανισμού που
εκφράζονται σε όλες τις εκδηλώσεις της
πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής
ζωής
Η ανθρώπινη ύπαρξη στην
εσωτερική της διάσταση βιώνει το
γεγονός της ζωντανής παρουσίας του
Ενσαρκωμένου και Αναστημένου
Θεανθρώπου στο ιστορικό γίγνεσθαι.της
ανθρωπότητας και αυτό εκφράζεται σε
κάθε ατομική ή κοινωνική
εκδήλωση.
Το αρχαιότερο έργο της
Παλαιοχριστιανικής Κύπρου προέρχεται
από την ταφική κρύπτη του ναού του Αγίου
Ρηγίνου στην Φασούλα ένα χωριό στα
Βόρεια της Λεμεσού. Είναι ένα τμήμα από
ανάγλυφη σαρκοφάγο με παραστάσεις
κυνηγιού εκτεθειμένη στον βόρειο τοίχο
του διαδρόμου στον α΄όροφο.
Βρίσκεται ακόμα μέσα στην καλλιτεχνική
ατμόσφαιρα της Ρωμαίκής τέχνης και
χρονολογείται πιθανότατα στον 3ο μ.Χ.
αιώνα.
Στην ισόγειο αίθουσα
εκτίθεται σε ακουαρέλλα αντίγραφο
της παλαιότερης παλαιοχριστιανικής
τοιχογραφίας με νειλωτικό τοπίο από το
Αγίασμα του Αγίου Νικοδήμου στη
Σαλαμίνα που είναι σήμερα στα
κατεχόμενα και αποτελεί επίσης ένα από
τα πρωϊμότερα δείγματα χριστιανικής
τέχνης μέσα στην Ρωμαϊκή Κύπρο.
Λίγο
αργότερα με την κήρυξη της
ανεξιθρησκείας (313 διάταγμα Μεδιολάνων)
τα "πολύλλιτα σήματα" (τα πολύ
ευλογημένα σύμβολα) του Χριστού όπως
χαρακτηριστικά αναφέρονται στην
ψηφιδωτή επιγραφή της οικίας του
Ευστολίου στο Κούριο αντικαθιστούν τα
βαρύτιμα υλικά και σφραγίζουν κάθε
εκδήλωση της παλαιοχριστιανικής τέχνης.
Περίπου 100 μνημειώδεις
παλαιοχριστιανικές Βασιλικές έχουν
εντοπισθεί ή ερευνηθεί στο νησί . Στο
πλευρικό τοίχωμα του διαδρόμου του
α΄ορόφου βόρεια, μπορεί κανείς να δει σε
γραφική αναπαράσταση τμήμα της
εσωτερικής αυτής διάταξης μίας από τις
σημαντικότερες Βασιλικές του νησιού,
της Επισκοπικής πεντάκλιτης Βασιλικής
του Κουρίου (5ος-τέλη 7ου μ.Χ./ αρχές 8ου μ.Χ.)
αιώνα
και
μερικές από τις πιο σημαντικές σε
φωτογραφία στην έκθεση
της υπόγειας δυτικής αίθουσας (π.χ.
Βασιλική Κουρίου,
Αγίας Τριάδας στην Καρπασία,
Καμπανόπετρα της Σαλαμίνας,
Βασιλική Σόλων
και Αγίου
Γεωργίου της Πέγειας).
Ο όρος Βασιλική περιγράφει ένα
συγκεκριμένο αρχιτεκτονικό τύπο
κλειστής υπόστυλης αίθουσας της
Ρωμαϊκής περιόδου που προήλθε από τον
τύπο της λεγομένης "Βασιλείου Στοάς"
της Κλασικής Αθήνας. Αυτό τον ρωμαϊκό
αρχιτεκτονικό τύπο της Βασιλικής
επέλεξαν οι Αρχιτέκτονες της Νέας Ρώμης
κατά την
Παλαιοχριστιανική περίοδο για τα νέα
μνημειακά εκκλησιαστικά οικοδομήματα
σε ολόκληρη την επικράτεια της
Αυτοκρατορίας .
Μάρμαρα φερμένα από τα λατομεία
της Προκοννήσου στον Βόσπορο,
σκαλισμένα από μαστόρους της
Κωνσταντινούπολης στέλνονται σε
ολόκληρη την Κύπρο για την οικοδόμηση
Βασιλικών σαν μέρος της εν γένει
αυτοκρατορικής πολιτικής.

Στον διάδρομο του α΄ορόφου εκτίθενται δείγματα αυτής της
τέχνης όπως ένα κομμάτι κίονα με
ανάγλυφο σταυρό από την Επισκοπική
Βασιλική της Αμαθούντας και ένα
μαρμάρινο κιονόκρανο του 6ου αιώνα από
την μικρή εκτός των τειχών βασιλική του
Κουρίου κοντά στο Στάδιο, ένας κιονίσκος
κιβωρίου Αγίας Τράπεζας αγνώστου
προελεύσεως, μερικοί από τους συνήθεις
τύπους κιονοκράνων από τους κιονίσκους
των θωρακίων, μία τράπεζα προσφορών από
το Ακρωτήρι της Λεμεσού
του 6ου μ.Χ.
ορθομαρμαρώσεις (μαρμάρινες
επιπεδόγλυφες επενδύσεις τοίχων
από την Βασιλική του Αγίου
Φίλωνα στην Καρπασία), θωράκια
μαρμάρινα αγνώστου προελεύσεως και
ασβεστολιθικά από την βασιλική του
Αγίου Επιφανίου στην Σαλαμίνα, την
Βατυλή και το Μαραθόβουνο, ένα ασβεστολιθικό διάφραγμα
παραθύρου από την Αγία Κεπήρ κ.ά.
Χαρακτηριστική είναι η
εικονογραφημένη επιπεδόγλυφη
ορθομαρμάρωση με τον Προφήτη Dανιήλ
ανάμεσα σε λιοντάρια του τέλους του 5ου
αιώνα μ.Χ. η οποία έχει έντονα στοιχεία που την
συνδέουν με την τέχνη της γειτονικής
Σελευκείας στην Συρία.
Στην προθήκη ανατολικά στο
κέντρο του διαδρόμου εκτίθενται πήλινοι
λύχνοι κυρίως από την Σαλαμίνα από την
Χρυσοπολίτισσα της Κάτω πάφου καθώς και
δείγματα από αμπούλες που έφερναν οι
προσκυνητές από το Μοναστήρι του Αγίου
Μηνά στo Maryut της Αιγύπτου του 8ου-10ου
αιώνα μ.Χ.
Στην
αυλή του Κάστρου δεξιά έχουν
τοποθετηθεί τμήματα των πολύ σημαντικών
ψηφιδωτών δαπέδων της Βασιλικής της
Αγίας Μαύρης στην ΄Αλασσα
που χρονολογούνται στην ΄Υστερη-Ρωμαϊκή
περίοδο και στην νοτιοανατολική γωνία
ένα ελαιοπιεστήριο από την περιοχή Δαμεφτής
του Κούρρη ποταμού που
χρονολογείται στον 7ο-9ο μ.Χ. αιώνα.