More Website Templates @ TemplateMonster.com. December03, 2012!

 

ΜΠΑΛEΤΟ Boris Eifman

Χαρακτηρίστηκε από την εφημερίδα New York Times σαν ο πιο επιτυχημένος Ρώσος χορογράφος, και μία από τις πλέον σημαντικές προσωπικότητες του σύγχρονου χορού. Κέρδισε το μεγαλύτερο τίτλο της τότε Σοβιετικής Ένωσης, του λαϊκού καλλιτέχνη της χώρας. Έχει επίσης στο ενεργητικό του σημαντικά βραβεία όπως τη Χρυσή Μάσκα – το αντίστοιχο βραβείο Tony στη ρωσική τέχνη και το “Θρίαμβο” βραβείο καταξίωσης για τη προσφορά του στο χώρο της τέχνης.

Η πρώτη “Χρυσή Μάσκα” του απονεμήθηκε το 1997 για το μπαλέτο του Tchaikovsky και το 1999 το απονεμήθηκε ακόμη μία “Χρυσή Μάσκα” για τις επιτυχίες του στο χορό. Για το έργο του Οι Αδελφοί Karamazov του απονεμήθηκε το βραβείο “Θρίαμβος”. Επίσης έγινε δέκτης του τίτλου του περιοδικού “Ψυχή του χορού” .

Η επιτυχία και η φήμη που απολαμβάνει σε αυτό το στάδιο της καριέρας του, αποτελεί ένα ισορροπημένο αντιστάθμισμα της δύσκολης ζωής του. Ο Εϊφμαν πέρασε ένα μεγάλο μέρος της παιδικής του ηλικίας σε ένα υπόγειο σπίτι, το οποίο μοιραζόταν η οικογένεια του με άλλους μηχανολόγους, τους οποίος κάλεσε ο Στάλιν να βοηθήσουν την χώρα, στο μεγάλο της αγώνα ενάντια στο ναζιστικό φασισμό. Άρχισε το καλλιτεχνικό του ταξίδι στην ηλικία των εφτά χρόνων, όταν μετά το θάνατο του Στάλιν είχε επιτραπεί στην οικογένεια του να μετακομίσει στη πόλη Kishinev της Μολδαβίας, όπου μπορούσε να μελετήσει την τέχνη του χορού μαζί με πολλά άλλα ταλαντούχα παιδιά της ηλικίας του. Μόλις στα 13 του χρόνια αποφάσισε ότι ήθελε να γίνει χορογράφος, μία απόφαση που με σθένος κυνήγησε και υποστηρίζει μέχρι και σήμερα.

Το 1966 στο νεοσυσταθέν κολέγιο χορογραφίας στο Κονσερβατόριο του Λένινγκραντ, ο Εϊφμαν τράβηξε την προσοχή τον τοπικών κριτών, όταν το 1970 παρουσίασε το έργο του Ίκαρος. Όμως για κακή του τύχη το έργο αυτό τράβηξε και την προσοχή της διεύθυνσης του σχολείου, η οποία του απαγόρευσε , να ασχοληθεί αλλά και να χορογραφήσει ξανά οτιδήποτε δεν είχε σχέση με τη Σοβιετική παράδοση. Την ίδια χρονιά έγινε ο κύριος χορογράφος στην Ακαδημία ”Vaganova”, στο μπαλέτο Kirov, αλλά του δόθηκε και η ευκαιρία να δημιουργήσει πολλά προγράμματα για την τηλεόραση αλλά και φαντασμαγορικά θεάματα στο πάγο. Το 1972 ο Εϊφμαν χορογραφήσε το έργο Gaianeh για την όπερα Maly. To μπαλέτο σημείωσε ανεπανάληπτη επιτυχία και γι’αυτό μεταφέρθηκε και στο σινεμά το 1979. Το 1975 χορογράφησε το γνωστό έργο Firebird για τα μπαλέτα Kirov.

To 1977 του δόθηκε τελικά η άδεια να δημιουργήσει τη δική του ομάδα χορού, με την οποία άρχισε αμέσως τις περιοδείες σε όλη την επικράτεια της Ρωσίας, δίνοντας παραστάσεις σε κατάμεστα θέατρα μπροστά στο θαυμάσιο Ρώσικο κοινό το οποίο διψούσε για πρωτότυπη ρωσική τέχνη. Παρ’όλη την έμμεση πίεση που δεχόταν για να φύγει από τη Μόσχα αφού δεν ασχολείτο με τη “Ρωσική Τέχνη”, παρέμεινε στην Αγία Πετρούπολη χωρίς να του δίνεται η οποιαδήποτε κρατική βοήθεια. Η ομάδα χορού χρηματοδοτείτο μόνο από το αντίτιμο του εισιτηρίου εισόδου. Ενώ από τη μια η φήμη του μεγάλωνε λόγω των πολιτικών συνθηκών δεν μπορούσε να περιοδεύσει εκτός Ρωσίας στη πρώτη του παράσταση στο θέατρο των Ελίσιων Πεδίων στο Παρίσι έγινε το αδιαχώρητο. Ήταν η αρχή μιας μεγάλης διεθνούς καριέρας, με περιοδείες σε όλη τη δυτική αλλά και ανατολική Ευρώπη, στην Ιαπωνία, στη Νότιο Κορέα, στη Νότια Αφρική, στο Ισραήλ και στη Λατινική Αμερική. Παρόλα τούτα στην Αμερική δεν κατάφερε να παρουσιάσει τη δουλειά του παρά μόνο το 1998 στο Εμπορικό Κέντρο στη Νέα Υόρκη. Έγιναν πολλά έργα για τη ζωή του και το 1991 η κρατική τηλεόραση της Αγίας Πετρούπολης παρουσίασε το ντοκιμαντέρ “O άνθρωπος που τόλμησε” και το 1998 η Ρωσική κρατική τηλεόραση παρουσίασε το ντοκιμαντέρ “Ο Θρύλος στα Μπολσόι” στην εκδήλωση για τα 20 χρόνια της ομάδας χορού.

Βαθιά προβληματισμένος για τα θέματα που χορογραφεί, ο Ειφμαν δεν είναι ο πρώτος που μέσω της τέχνης του χορού αναλύει με το συναίσθημα και τη θεατρικότητα χρησιμοποιώντας την εκφραστικότητα του μοντέρνου χορού με τη γλώσσα του κλασικού μπαλέτου φιλοσοφικά θέματα που τον απασχολούν. Αυτή νοοτροπία που προτοεισήχθηκε στη τέχνη του χορού από το Jean-Gorges Noverre το 18αι και αργότερα με το Michel Fokine στις αρχές του 1900, δεν είναι κάτι καινούργιο για τη Ρωσική σκηνή, αλλά όπως έγραψε η Anna Kissegoff στην εφημερίδα New York Times μπορεί να μην είναι ο πρώτος αλλά αναμφισβήτητα είναι ο καλύτερος.