ballet2010

2010 Μπαλέτο Eifman, Αγίας Πετρούπολης

Anna Karenina

Ο ήρωας-χορογράφος της μετασοβιετικής εποχής, αντιφρονών αποστάτης του ρωσικού αυστηρού ακαδημαϊσμού στο μπαλέτο από το 1977, προτείνει μια πολυσυζητημένη χορογραφία, γεμάτη φαντασμαγορία, θεατρικότητα, ακραίες συγκινήσεις και πληθωρικό δράμα.  Το μπαλέτο κάθε άλλο παρά είναι εικονογράφηση του μυθιστορήματος του Τολστόι. Είναι η χορογραφική αναπαράσταση του τραγικού ερωτικού τριγώνου- ιστορίας που πάντα είναι επίκαιρη. Ο Boris Eifman προσπαθήσε να την διηγηθεί με την μοντέρνα γλώσσα δημιουργώντας ένα εξαιρετικά λαμπρό, συγκινητικό και θεατρικό θέαμα, το οποίο εξ άλλου αρχίζει ήδη να κατακτά όλο τον κόσμο.

Το Χοροθέατρο Boris Eifman της Αγίας Πετρούπολης δημιουργήθηκε το 1977, επιτρέποντας στον αιρετικό χορογράφο να χαράξει προσωπική διαδρομή. Σε συνθήκες επίσημων περιορισμών και «ιερολατρείας» για το ρωσικό μπαλέτο, ο Eifman ανέπτυξε ξεχωριστό ύφος, στο οποίο συνδυάζει το συναίσθημα του σύγχρονου χορού με τον κώδικα του κλασικού μπαλέτου.

Οι χορογραφίες του Eifman - με έντονα στοιχεία θεατρικής σύλληψης, αποτελούν σκοτεινά πορτρέτα βασανιστικής σεξουαλικότητας και ακραίων εσωτερικών καταστάσεων, που αναδεικνύονται με δραματικές κινήσεις, πληθωρικά σκηνικά, θεαματική χρήση των φωτισμών και με εντυπωσιακά σκηνικά εφέ.

Οι ήρωες και οι ηρωίδες του είναι πρόσωπα διαταραγμένα και έγκλειστα σε άσυλα («Κόκκινη Ζιζέλ», «Δον Κιχώτης», «Ο Μετρ και η Μαργαρίτα») ή χαρακτήρες συντεθλιμμένοι από τις κοινωνίες τους («Άννα Καρένινα», «Τσαϊκόφσκι», «Ρώσος Άμλετ»). Προσωπικότητες που του δίνουν πλούσιο υλικό για θεαματικές, χοροθεατρικές αφηγήσεις.

Η Άννα Καρένινα, είναι μυθιστόρημα του Ρώσου συγγραφέα Λέοντα Τολστόι. Δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά σε συνέχειες στο περιοδικό «Ρούσκιι Βέστνικ» μεταξύ 1873 και 1877, ενώ εκδόθηκε για πρώτη φορά σαν βιβλίο το 1878. Μαζί με το «Πόλεμος και Ειρήνη» θεωρείται ένα από τα κορυφαία έργα του συγγραφέα, αλλά και της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ο Τολστόι περιγράφει το πώς το πάθος ενός ανθρώπου μπορεί να τον οδηγήσει στο προσωπικό δράμα και την καταστροφή, ενώ αναλύει ψυχολογικά τους ανθρώπινους χαρακτήρες.

1

Υπόθεση

Στο επίκεντρο του έργου βρίσκεται ο κόσμος των αριστοκρατών, ανάμεσά τους και η ηρωίδα του μυθιστορήματος Άννα Καρένινα, μια νέα όμορφη γυναίκα της υψηλής κοινωνίας, η οποία ζει σε μια ευτυχισμένη οικογένεια μαζί με τον σύζυγό της και τον μικρό γιο της.

Σύντομα η ισορροπία της ζωής της ανατρέπεται, όταν γνωρίζει τον κόμη Βρόνσκι, που είναι νέος, όμορφος, πλούσιος και κοσμικός. Η αίσθηση του καθήκοντος απέναντι στο σύζυγο και η αγάπη για το παιδί της δεν δείχνουν να είναι αρκετά ώστε να την αποτρέψουν από τον έρωτα που αρχίζει να νιώθει για τον Βρόνσκι. Ο τελευταίος νιώθει τα ίδια συναισθήματα για την Άννα, παρ' ότι συνδέεται ερωτικά με την Κίτι, μακρινή συγγενή της Άννας. 

Ο κοινωνικός τους περίγυρος σχολιάζει αρνητικά τον έρωτα αυτό και ο σύζυγος της Άννας θέλοντας να αποφύγει ένα κοινωνικό σκάνδαλο αντιμετωπίζει την κατάσταση με ηρεμία και ψυχραιμία, όμως αρνείται να της δώσει διαζύγιο, πιστεύοντας ότι με τον τρόπο αυτό θα καταφέρει να κρατήσει κοντά τη σύζυγό του και μαζί της την οικογενειακή γαλήνη και την αξιοπρέπειά του.

Η Άννα δεν μπορεί να χαρεί τον έρωτά της με τον Βρόνσκι, γιατί τη βασανίζουν οι τύψεις απέναντι στην οικογένειά της. Τα πράγματα δυσκολεύουν ολοένα και περισσότερο από τη στιγμή που μένει έγκυος και αποκτάει ένα κοριτσάκι από τον Βρόνσκι. Ο σύζυγός της δέχεται να κρατήσει το παιδί και να του δώσει μια θέση στην οικογένειά του, όμως η Άννα είναι αδύνατον πια να μείνει μαζί του.  Εγκαταλείπει τα παιδιά της κοντά του και φεύγει με τον εραστή της για την Ευρώπη, όπου ζουν μαζί μερικές μέρες ευτυχίας. Με την επιστροφή τους όμως, αντιμετωπίζουν και πάλι την επίμονη άρνηση του Καρένιν να της δώσει διαζύγιο. Πλέον η Άννα είναι ανίκανη να χαρεί οτιδήποτε. Η κοινωνική κατακραυγή και η αβέβαιη θέση της τη ρίχνουν σε βαθιά μελαγχολία που γίνεται μεγαλύτερη από την υποψία ότι ο Βρόνσκι δεν της είναι πια πιστός.

Προσωρινά βρίσκει καταφύγιο και παρηγοριά στην απατηλή ηρεμία που της χαρίζει η μορφίνη, αλλά πολύ σύντομα ανακαλύπτει ότι έχει βρεθεί σ' ένα τραγικό αδιέξοδο. Δεν υπάρχει πλέον άλλη λύση γι αυτήν από το θάνατο, κι έτσι η Άννα Καρένινα δίνει τέλος στη ζωή της πέφτοντας στις ρόδες ενός τρένου.

2

Μπαλέτο Boris Eifman

Χαρακτηρίστηκε από την εφημερίδα New York Times σαν ο πιο επιτυχημένος Ρώσος χορογράφος, και μία από τις πλέον σημαντικές προσωπικότητες του σύγχρονου χορού.  Κέρδισε το μεγαλύτερο τίτλο της τότε Σοβιετικής Ένωσης, του λαϊκού καλλιτέχνη της χώρας.  Έχει επίσης στο ενεργητικό του σημαντικά βραβεία όπως τη Χρυσή Μάσκα – το αντίστοιχο βραβείο Tony στη ρωσική τέχνη και το “Θρίαμβο”  βραβείο καταξίωσης για τη προσφορά του στο χώρο της τέχνης.

Η πρώτη “Χρυσή Μάσκα” του απονεμήθηκε το 1997 για το μπαλέτο του Tchaikovsky και το 1999 το απονεμήθηκε ακόμη μία “Χρυσή Μάσκα” για τις επιτυχίες του στο χορό.  Για το έργο του Οι Αδελφοί Karamazov του απονεμήθηκε το βραβείο “Θρίαμβος”.  Επίσης έγινε δέκτης του τίτλου του περιοδικού “Ψυχή του χορού” .

Η επιτυχία και η φήμη που απολαμβάνει σε αυτό το στάδιο της καριέρας του, αποτελεί ένα ισορροπημένο αντιστάθμισμα της δύσκολης ζωής του.  Ο Εϊφμαν  πέρασε ένα μεγάλο μέρος  της παιδικής του ηλικίας σε ένα υπόγειο σπίτι, το οποίο μοιραζόταν η οικογένεια του με άλλους μηχανολόγους, τους οποίος κάλεσε ο Στάλιν να βοηθήσουν την χώρα, στο μεγάλο της αγώνα ενάντια στο ναζιστικό φασισμό.  Άρχισε το καλλιτεχνικό του ταξίδι στην ηλικία των εφτά χρόνων, όταν μετά το θάνατο του Στάλιν είχε επιτραπεί στην οικογένεια του να μετακομίσει στη πόλη Kishinev της Μολδαβίας, όπου μπορούσε να μελετήσει την τέχνη του χορού μαζί με  πολλά άλλα ταλαντούχα παιδιά της ηλικίας του.  Μόλις στα 13 του χρόνια αποφάσισε ότι ήθελε να γίνει χορογράφος, μία απόφαση που με σθένος κυνήγησε και υποστηρίζει μέχρι και σήμερα. 

Το 1966 στο νεοσυσταθέν κολέγιο χορογραφίας στο Κονσερβατόριο του Λένινγκραντ, ο Εϊφμαν τράβηξε την προσοχή τον τοπικών κριτών, όταν το 1970 παρουσίασε το έργο του Ίκαρος.  Όμως για κακή του τύχη το έργο αυτό τράβηξε και την προσοχή της διεύθυνσης του σχολείου, η οποία του απαγόρευσε , να ασχοληθεί αλλά και να χορογραφήσει ξανά οτιδήποτε δεν είχε σχέση με τη Σοβιετική παράδοση.  Την ίδια χρονιά έγινε ο κύριος χορογράφος στην Ακαδημία ”Vaganova”, στο μπαλέτο Kirov, αλλά του δόθηκε και η ευκαιρία να δημιουργήσει πολλά προγράμματα για την  τηλεόραση αλλά και φαντασμαγορικά θεάματα στο πάγο. Το 1972 ο Εϊφμαν χορογραφήσε το έργο Gaianeh για την όπερα Maly.   To μπαλέτο σημείωσε ανεπανάληπτη επιτυχία και γι’αυτό μεταφέρθηκε και στο σινεμά το 1979.  Το 1975 χορογράφησε το γνωστό έργο Firebird για τα μπαλέτα Kirov.

To 1977 του δόθηκε τελικά η άδεια να δημιουργήσει τη δική του ομάδα χορού, με την οποία άρχισε αμέσως τις περιοδείες σε όλη την επικράτεια της Ρωσίας, δίνοντας παραστάσεις σε κατάμεστα θέατρα μπροστά στο θαυμάσιο Ρώσικο κοινό το οποίο διψούσε για πρωτότυπη ρωσική τέχνη.  Παρ’όλη την έμμεση πίεση που δεχόταν για να φύγει από τη Μόσχα αφού δεν ασχολείτο με τη “Ρωσική Τέχνη”, παρέμεινε στην Αγία Πετρούπολη χωρίς να του δίνεται η οποιαδήποτε

κρατική βοήθεια.  Η ομάδα χορού χρηματοδοτείτο μόνο από το αντίτιμο του εισιτηρίου εισόδου.  Ενώ από τη μια η φήμη του μεγάλωνε λόγω των πολιτικών συνθηκών δεν μπορούσε να περιοδεύσει εκτός Ρωσίας στη πρώτη του παράσταση στο θέατρο των Ελίσιων Πεδίων στο Παρίσι έγινε το αδιαχώρητο.   Ήταν η αρχή μιας μεγάλης διεθνούς καριέρας, με περιοδείες σε όλη τη δυτική αλλά και ανατολική Ευρώπη, στην Ιαπωνία, στη Νότιο Κορέα, στη Νότια Αφρική, στο Ισραήλ και στη Λατινική Αμερική.  Παρόλα τούτα στην Αμερική δεν κατάφερε να παρουσιάσει τη δουλειά του παρά μόνο το 1998 στο Εμπορικό Κέντρο στη Νέα Υόρκη.  Έγιναν πολλά έργα για τη ζωή του και το 1991 η κρατική τηλεόραση της Αγίας Πετρούπολης παρουσίασε το ντοκιμαντέρ “O άνθρωπος που τόλμησε” και το 1998 η Ρωσική κρατική τηλεόραση παρουσίασε το ντοκιμαντέρ “Ο Θρύλος στα Μπολσόι” στην εκδήλωση για τα 20 χρόνια της ομάδας χορού. 

Βαθιά προβληματισμένος για τα θέματα που χορογραφεί, ο Ειφμαν δεν είναι ο πρώτος που μέσω της τέχνης του χορού αναλύει με το συναίσθημα και τη θεατρικότητα  χρησιμοποιώντας την εκφραστικότητα του μοντέρνου χορού με τη γλώσσα του κλασικού μπαλέτου φιλοσοφικά θέματα που τον απασχολούν.  Αυτή νοοτροπία που προτοεισήχθηκε στη τέχνη του χορού από το Jean-Gorges Noverre το 18αι και αργότερα με το Michel Fokine στις αρχές του 1900, δεν είναι κάτι καινούργιο για τη Ρωσική σκηνή, αλλά όπως έγραψε η Anna Kissegoff στην εφημερίδα New York Times μπορεί να μην είναι ο πρώτος αλλά αναμφισβήτητα είναι ο καλύτερος.

3

Λίγα λόγια από το χορογράφο

Το μπαλέτο είναι μια πολύ ιδιαίτερη μορφή τέχνης, που δίνει την ευκαιρία στο χορογράφο να διεισδύσει στο υποσυνείδητο της καρδιάς. Κάθε νέα χορογραφία είναι μία αποστολή προς το άγνωστο.  Το μυθιστόρημα του Τολστόι, Άννα Καρένινα, μου κινούσε πάντα το ενδιαφέρον. Όταν διαβάσεις το έργο του Τολστόι, μπορεί να αισθανθείς και να αντιληφθείς τους χαρακτήρες του βιβλίου όπως επίσης και να κατανοήσεις με απίστευτη λεπτομέρεια την ζωή στη Ρωσία την τότε εποχή. Ακόμα και η λογοτεχνία σήμερα δεν μπορεί να προσφέρει τέτοιο πάθος, μεταμορφώσεις, και φαντασμαγορίες. Όλα αυτά ήταν στο επίκεντρο της χορογραφικής μου έρευνας.

Η σταθερότητα στη ζωή της οικογένειας Karenin – με τον αρχηγού της οικογένειας στην κρατική υπηρεσία, η αυστηρή τήρηση εκ μέρους της οικογένειας των κοινωνικών κανόνων - δημιουργεί μια ψευδαίσθηση της αρμονίας και της ειρήνης. Αλλά το πάθος της Άννας για τον Vronsky ανατρέπουν τα πάντα. Η σχέση μεταξύ των δύο εραστών ήταν κατακριτέα από παντού.  Η υποκρισία και η αυστηρή κριτική του πατέρα της γίνεται από όλους αποδεκτή εκτός από την Άννα.  Αυτή προτίμησε να ακολουθήσει τον άντρα που αγάπησε, εγκαταλείποντας σύζυγο και παιδί με αποτέλεσμα να αποκληρωθεί από την οικογένεια της.

Την ευτυχία δεν την βρήκε πουθενά, ούτε στα πλούτη του άντρα της, ούτε στα πολλά ταξίδια άλλα ούτε και στην υψηλή κοινωνία που ζούσε.
Αντ 'αυτού, η εξάρτηση και το πάθος της για τον άντρα της ήταν τόσο μεγάλη που την οδήγησαν σε παράνοια.  Στο τέλος αποφασίζει να τερματίσει την ζωή της για να απαλλαχθεί από τα βάσανα και την τρέλλα.

Η Άννα μπορεί να χαρακτηριστεί ως λυκάνθρωπος που έχει δύο ζωές: την κυρία της υψηλής κοινωνίας, την σωστή σύζυγο και μητέρα και την γυναίκα που αποφασίζει να γευτεί την αμαρτία μέσα στο έντονο πάθος αγνοώντας τους πάντες γύρω της.

Τελικά όμως τι είναι πιο σημαντικό - να διαφυλάξεις την ευρέως αποδεκτή ψευδαίσθηση της αρμονίας ή να αφήσεις το δυνατό αλλά ειλικρινές πάθος να σε κυριεύσει; Έχουμε το δικαίωμα να καταστρέψουμε την οικογένειά μας και να απαλλαγούμε από τα καθήκοντα της μητέρας για σαρκικές ευχαριστήσεις; Αυτά τα ερωτήματα που θέτει ο Τολστόι στο παρελθόν, εξακολουθούν να προβληματίζουν και σήμερα. Υπάρχει μόνο η άσβεστη δίψα για την κατανόηση - είτε στη ζωή ή το θάνατο
Boris Eifman