Σύνοψις του Μπαλέτου

Πρώτη Πράξη

Βρισκόμαστε στους δρόμους της Βερόνας, τα ξημερώματα. Βλέπουμε πρώτα την Ροζαλίντα η οποία είναι η πρόσφατη αγαπημένη του νεαρού Ρωμαίου. Αυτός την ακολουθεί, ελπίζοντας να κερδίσει το ενδιαφέρον της αλλά αυτή αρνείται. Στην συνέχεια εμφανίζονται ο Μερκούτιο, ο Μπενβόλιο και οι φίλοι τους οι Τσιγγάνοι. Όλη η ηρεμία στην αγορά σύντομα χαλά με την εμφάνιση των Καπολέτων με τους οποίους οι Μοντέγκοι έρχονται αντιμέτωποι. Η σύγκρουση που ακολουθεί, διακόπτεται από την εμφάνιση του Εσκάλου, του Πρίγκιπα της Βερόνας ο οποίος αγανακτισμένος από τις αιώνιες διαμάχες των δύο οικογενειών, εξαγγέλλει την θανατική ποινή σε όποιο παραβιάσει ξανά ποτέ την ειρήνη.
Ενώ όλοι αποχωρούν, ο Μερκούτιο και ο Μπενβόλιο ακολουθούν την παραμάνα των Καπουλέτων η οποία τους οδηγεί μέσα από άγνωστα δρομάκια στον Ρωμαίο που βρίσκεται κάπου βυθισμένος στις σκέψεις του.

Έξω από την κατοικία των Καπουλετών, η Ιουλιέτα ξαφνιάζει την παραμάνα η οποία εκείνη την ώρα επιστρέφει στο σπίτι. Το παιγνίδι τους διακόπτεται από την μητέρα της Ιουλιέτας η οποία φέρνει το θέμα του γάμου της κόρης της προς συζήτηση. Ταυτόχρονα εμφανίζονται οι φίλες της Ιουλιέτας κρατώντας ένα πανέμορφο φόρεμα για το χορό που προορίζεται για την ίδια, η οποία επειδή είναι ακόμα αθώα, δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει οτιδήποτε από τα γεγονότα που θα ακολουθήσουν.

Οι καλεσμένοι του Λόρδου Καπουλέτου αρχίζουν να καταφθάνουν στο μεγάλο χορό των μασκαρεμένων, συμπεριλαμβανομένου του Κόμη Πάρη. Ο Ρωμαίος ακολουθεί την Ροζαλίντα μέχρι την είσοδο αρχικά, αλλά με την επιμονή του φίλου του Μερκούτιου συνεχίζει τελικά και την ακολουθεί μέσα στο σπίτι.
Ο Καπουλέτο έχει κάνει τα πάντα για να εντυπωσιάσει το Κόμη Πάρη. Ενώ η Ιουλιέτα αρχίζει το χορό με το Κόμη, οι Μοντέγκοι αρχίζουν να δημιουργούν προβλήματα ανάμεσα στους καλεσμένους, ενοχλώντας με ιδιαίτερη απόλαυση τον Τυπάλδο. Ο Ρωμαίος μόλις αντικρίζει την Ιουλιέτα καταγοητεύεται από την ομορφιά της και το ίδιο φαίνεται νιώθει και η Ιουλιέτα συνεπαρμένη από τον μασκαρεμένο άγνωστο, τον οποίο συνεχώς αναζητά με το βλέμμα της ανάμεσα στο πλήθος.
Ο πατέρας της την καλεί να πάει να ψυχαγωγήσει τους καλεσμένους και ενώ η Ιουλιέτα χορεύει και αφηρημένη βυθίζεται στις σκέψεις της για τον Ρωμαίο.

Όταν οι καλεσμένοι πάνε για δείπνο, ο Ρωμαίος εμφανίζεται μπροστά στην Ιουλιέτα. Toν βλέπει όμως ο Τυπάλδος ό οποίος είχε μείνει πίσω στην αίθουσα κουβεντιάζοντας με την σύζυγο του Καπουλέτου και θέλοντας να τον εκθέσει, καλεί όλους τους καλεσμένους πίσω, ενώ προκαλεί τον Ρωμαίο σε μονομαχία. Ο Λόρδος Καπουλέτος φοβούμενος μήπως τεθεί η κατάσταση εκτός ελέγχου στο ίδιο του το σπίτι, καλεί τον Τυπάλδο να υποχωρήσει.

Αργότερα οι φίλοι του Ρωμαίου τον ψάχνουν στους δρόμους αλλά δεν μπορούν να τον βρούν πουθενά. Εν τω μεταξύ η σύζυγος του Καπουλέτου, αναζητεί τον Τυπάλδο, τον αγαπημένο της ανηψιό, για να τον παρηγορήσει επειδή νιώθει ταπεινωμένος.
Ο Ρωμαίος βρίσκεται κρυμμένος στους κήπους του Καπουλέτου με την ελπίδα να αντικρίσει για άλλη μια φορά την Ιουλιέτα. Όταν η Ιουλιέτα βγαίνει στο μπαλκόνι και τον βλέπει, αρχικά ξαφνιάζεται αλλά σύντομα καταγοητεύεται από την παρουσία του. Αντιλαμβάνονται και οι δύο ότι δεν μπορούν να αρνηθούν την αμοιβαία τους αγάπη αλλά σίγουρα ξέρουν ότι δεν ξεφεύγουν από τους περιορισμούς και τα προβλήματα της ωμής πραγματικότητας στην οποία ζουν. Με την ανατολή του ήλιου πρέπει να αποχωριστούν ενώ μια καινούργια μέρα αρχίζει.

Δεύτερη Πράξη

Βρισκόμαστε στην αγορά που ξεχειλίζει από ζωντάνια.
Η παραμάνα της Ιουλιέτας εμφανίζεται με ένα γράμμα που προορίζεται για τον Ρωμαίο. Ο Μερκούτιος την πειράζει αστειευόμενος ενώ ο Ρωμαίος παίρνει τον γράμμα του και φεύγει τρέχοντας ενθουσιασμένος, αφήνοντας πίσω όλους απορημένους.

Η Ιουλιέτα φθάνει στον Πάτερ Λαυρέντιο. Σύντομα καταφθάνουν ο Ρωμαίος και η παραμάνα και τότε οι δύο νέοι παντρεύονται, με την ευχή του Πάτερ πως αυτός ο γάμος θα φέρει ένα τέλος στην εχθρότητα που επικρατεί μεταξύ των δύο οικογενειών.

Ο Τυπάλδος φθάνει στην αγορά γυρεύοντας τον Ρωμαίο με σκοπό να τον προκαλέσει . Όταν ο Ρωμαίος αρνείται να εμπλακεί, επεμβαίνει ο Μερκούτιος δηλώνοντας έτοιμος να παλέψει. Ο Ρωμαίος προσπαθώντας να σταματήσει την μάχη, γίνεται άθελα του η αιτία να πληγωθεί θανάσιμα το φίλος του Μερκούτιος, ο οποίος ακόμη και στις τελευταίες του στιγμές προσπαθεί με τον συνηθισμένο του ξέγνοιαστο τρόπο να πείσει τους φίλους του ότι νιώθει καλά. Εξοργισμένος ο Ρωμαίος από το θάνατο του φίλου, ζητά εκδίκηση και συγκρούεται την ίδια ώρα με τον Τυπάλδο τον οποίο και σκοτώνει, αντιμετωπίζοντας όμως με αποτροπιασμό την φρίκη της πράξης του. Η σύζυγος του Καπουλέτου γίνεται έξαλλη από θυμό όταν αντικρίζει το νεκρό ξάδελφο της. Ο Ρωμαίος φεύγει για να γλιτώσει από το θυμό της και από την τιμωρία του Πρίγκιπα.

Tρίτη Πράξη

Η παραμάνα λαθραία βοηθά τον Ρωμαίο να μπεί στη κατοικία του Καπουλέτου για να περάσει τη νύχτα με τη αγαπημένη του νεαρή σύζυγο. Με την ανατολή του ήλιου αναγκάζονται να αποχωριστούν. Αργότερα, η σύζυγος του Καπουλέτου έρχεται και ανακοινώνει τον επικείμενο γάμο της Ιουλιέτας με τον Κόμη Πάρη. Η έκδηλη περιφρόνηση της Ιουλιέτας για αυτή την ανακοίνωση, εξοργίζει την μητέρα και τον πατέρα της.

Η Ιουλιέτα αντιλαμβάνεται ότι μόνη της πρέπει να αντιμετωπίσει την κατάσταση και αποφασίζει να ζητήσει τη βοήθεια του Πάτερ Λαυρέντιου τον οποίο και συναντά. Με την επιμονή της, ο Πάτερ αποφασίζει να της δώσει ένα ειδικό βότανο σε μια μικρή φιάλη που όταν θα το έπινε θα έδινε την φαινομενική εικόνα της νεκρής με σκοπό να ξεγελάσει όλους για να δραπετεύσει αργότερα και να αναζητήσει το αγαπημένο της Ρωμαίο για να φύγουν μακριά.
Με την επιστροφή της στο σπίτι, βρίσκει εκεί τους γονείς της και τον Κόμη Πάρη τους οποίους αντιμετωπίζει με ψυχρότητα και αδιαφορία, προσποιούμενη όμως ότι αποδέχεται την πρόταση για γάμο.

Όταν μένει μόνη στο δωμάτιο της, σκέφτεται το βότανο που της έδωσε ο Πάτερ και αναλογίζεται αν αυτό θα ήταν η σωτήρια λύση της ή η καταδίκη της. Η αγάπη της όμως για το Ρωμαίο υπερισχύει του φόβου για το θάνατο και έτσι αποφασίζει να πιεί το βότανο.
Η ημέρα του γάμου ξημερώνει και η παραμάνα καταφθάνει για να ξυπνήσει την Ιουλιέτα. Η χαρά της όμως μετατρέπεται σε μεγάλη θλίψη αφού αντιλαμβάνεται ότι η Ιουλιέτα είναι νεκρή στο κρεβάτι της.
Η οικογένεια αποχαιρετά με βαριά θλίψη την νεκρή Ιουλιέτα και όλοι αποχωρούν από την κρύπτη όπου κείτεται το σώμα της κόρης.
Ο Κόμης Πάρης θέλοντας να θρηνήσει τη χαμένη του αγάπη μένει για ακόμη λίγο στη κρύπτη. Ο Ρωμαίος, ο οποίος έχει ήδη πληροφορηθεί τον θάνατο της αγαπημένης του Ιουλιέτας, χωρίς να γνωρίζει την αλήθεια για το φίλτρο, καταφθάνει στη κρύπτη με σκοπό να μείνει για πάντα δίπλα της. Έρχεται όμως αντιμέτωπος με τον Πάρη και στη σύγκρουση που ακολουθεί ο Ρωμαίος αναγκάζεται να τον σκοτώσει.
Αμέσως μετά πίνει το θανατηφόρο δηλητήριο πού έχει φέρει μαζί του και πεθαίνει στην αγκαλιά της αγαπημένης του.

Ο Πάτερ Λαυρέντιος επιστρέφει σε λίγο για να πάρει την Ιουλιέτα, η οποία άρχισε ήδη να ξυπνά. Όταν όμως αντιλαμβάνεται το Ρωμαίο δίπλα της νεκρό αρνείται να τον εγκαταλείψει. Παίρνει από το σώμα του Πάρη το μαχαίρι αφού πέφτει στην αγκαλιά του Ρωμαίου μαχαιρώνεται, φέρνοντας ένα τραγικό τέλος στην ιστορία.

Η προέλευση της Ιστορίας « Ρωμαίος και Ioυλιέτα »

Η ωραιότερη αλλά τραγικότερη ιστορία του « Ρωμαίου και της Ιουλιέτας » δεν ήταν εξ`ολοκλήρου δημιουργία του Σαίξπηρ. Τον καιρό εκείνο συνηθίζετο να παίρνουν οι συγγραφείς σαν βάση τους πραγματικά ιστορικά γεγονότα και να επεκτείνονται πάνω σε αυτά με το δικό τους τρόπο δημιουργώντας θεατρικά έργα.
Όπως όλα τα έργα του Σαίξπηρ, έτσι και αυτό, πήρε τα ουσιώδη στοιχεία της πλοκής του από την καθημερινή Ευρωπαϊκή λογοτεχνία.

Η ιστορία του αγαπημένου ζευγαριού που οδηγήθηκε στη καταστροφή λόγω των διαμαχών που υπήρχαν ανάμεσα στις οικογένειες τους, αποτελεί ένα σενάριο που ειπώθηκε πολλές φορές και γράφτηκε άλλες τόσες, σε διάφορες μορφές, περίπου κατά την δεκαετία 1590, πριν ακόμη να την παρουσιάσει ο Σαίξπηρ στη σκηνή. Μετά από λίγα χρόνια όμως η επικρατέστερη εκδοχή και πλέον καθιερωμένη ήταν αυτή του Σαίξπηρ για το «Ρωμαίο και την Ιουλιέτα».

Για να δούμε μία λεπτομέρεια στην πλοκή, κάποιος που υποτιθέμενα ήταν νεκρός, κάποιος που τον είχαν θρηνήσει και ενταφιάσει, αλλά στη συνέχεια ξυπνούσε, ήταν ένα θέμα που μπορεί να βρεθεί τόσο σε ποιήματα, απλούς στίχους και κλασσικούς θρύλους μέχρι σε αρχαία στοιχεία της τραγικής συγγραφικής παράδοσης.

Πολλοί αρχαίοι μύθοι όπως π.χ. « ο Δημήτρης και η Περσεφόνη», « ο Ορφέας και η Περσεφόνη» περιέχουν μοτίβα της ανάστασης. Στο δεύτερο αιώνα μ.Χ. τα «Εφεσιακά» του Ξενοφώντος από την Έφεσο παρουσιάζουν την ιστορία δύο εφήβων, της Ανθίας και του Αβροκόμη, που ερωτεύονται και παντρεύονται. Η Ανθία όμως με κάποιο τρόπο απομακρύνεται από το σύζυγο της και χάνεται, αλλά διασώζεται από κάποιο ληστή, τον Περίλαο, ο οποίος θέλει να την παντρευτεί, παρά την θέληση της. Για να ξεφύγει από το δεύτερο ανεπιθύμητο γάμο, η Ανθία δωροδοκεί κάποιο γιατρό για να της δώσει ένα φίλτρο για να αυτοκτονήσει. Ο γιατρός, της δίνει ένα άλλο φίλτρο -χωρίς όμως να την ενημερώσει ακριβώς- το οποίο θα την κοιμίσει προσωρινά και θα φαίνεται σαν νεκρή. Η Ανθία παίρνει το φίλτρο την ημέρα του γάμου της και φαινομενικά πεθαίνει. Μεταφέρεται σαν νεκρή στη κρύπτη για να ενταφιαστεί. Ξυπνά μόνο όταν έρχονται τυμβωρύχοι και την παίρνουν μακριά. Ο Αβροκόμης μαθαίνει εν τω μεταξύ για τον θάνατο της αγαπημένης του Ανθίας και πηγαίνει στο τάφο της. Η πλοκή έχει πολλά μπερδέματα όπου και τελικά ξανασμίγει με την Ανθία. Λέγεται ότι ο Σαίξπηρ δεν είχε καμμιά γνώση περί αυτής της ιστορίας.

2

Μέχρι τον 15ο αιώνα είχαν αναπτυχθεί πολλά άλλα γνωστά στοιχεία της ιστορία αυτής. Ο Masuccio Salernitano περιέλαβε το 1476 στο βιβλίο του
«Η πενηντακοστή Νουβέλα», την ιστορία του Μariotto και της Giannozza από τη Σιένα που παντρεύονται κρυφά από ένα καλόγερο. Όταν όμως ο Mariotto τιμωρείται με εξορία γιατί έχει σκοτώσει κάποιο σε ένα καυγά ο πατέρας της Giannoza θέλει να την παντρέψει με άλλον. Η Giannozza παίρνει και πάλι ένα υπνωτικό φίλτρο και η ιστορία επαναλαμβάνεται με την ταφή της φαινομενικά νεκρής γυναίκας. Ο αγαπημένος της όμως σε αυτή την ιστορία δεν αυτοκτονεί αλλά την στιγμή που προσπαθεί να ανοίξει τον τάφο
συλλαμβάνεται και αποκεφαλίζεται επί τόπου. Η Giannozza, όταν ξυπνά και βλέπει τον αγαπημένο της νεκρό, πεθαίνει την ίδια ώρα από ραγισμένη καρδιά. Λόγω του ότι ο συγγραφέας, Μasuccio Salernitano αναφέρεται στους δύο πρωταγωνιστές του σαν σύγχρονους, έχουν θεωρηθεί από τότε σαν ημι–ιστορικοί χαρακτήρες.

Αργότερα χρονικά, ο Luigi da Porto ( 1485 - 1529 ) αναφέρεται στην ιστορία του Ρωμαίου και της Τζουλιέτας στη Βερόνα, όπου τονίζει την εχθρότητα μεταξύ των δύο οικογενειών των Μontecchi και Cappelletti.
Η πλοκή είναι η ίδια εκτός από το τέλος όπου η Ιουλιέττα ξυπνά, συνομιλεί με τον Ρωμαίο ο οποίος έχει ήδη πάρει το δηλητήριο και αργοπεθαίνει δίπλα της. Η Τζουλιέτα σε αυτή την εκδοχή αυτοκτονεί δίπλα του την ίδια στιγμή, κρατώντας την αναπνοή της. Με αυτή τους την πράξη οι δύο νέοι καταφέρνουν να συμφιλιώσουν τις δύο οικογένειες. Ο Luigi da Porto δημιούργησε αρκετούς χαρακτήρες όπως τον Μερκούτιο, τον Τυπάλδο, τον πάτερ Λαυρέντιο και τον κόμη Πάρη.

Η ίδια η ιστορία της ζωής του Da Porto θεωρείται εξίσου τραγική και έν μέρει ρομαντική αν μπορούσε κανείς να την αποκαλέσει έτσι. Ο Luigi Da Porto υπήρξε μια ηρωική μορφή, ένας γενναίος και όμορφος νεαρός, ο οποίος σε μια μάχη, το 1510 μεταξύ Βενετών και Βασιλικών, πληγώθηκε σοβαρά και εγκαταλείφθηκε ως νεκρός. Τελικά επέζησε, αλλά δυστυχώς παρέμεινε σοβαρά παραμορφωμένος. Ο στρατηγός του που γνώριζε πόσο όμορφος ήταν έγραψε σχετικά για την νίκη αυτή: « Απεχθής είναι η νίκη που πληρώνεται με τόσο ψηλό τίμημα ». Ο Da Porto αποσύρθηκε από τον κόσμο και αφιερώθηκε στη λογοτεχνία. Το συγκινητικότερο και ρομαντικότερο του έργο είναι αυτό του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας το οποίο τον έκανε διάσημο σε όλη την Ιταλία την τότε εποχή που ό κόσμος που ήξερε να διαβάζει δεν ήταν πάρα πολύς. Έτσι η επιτυχία δεν ήταν αρκετά μεγάλη για να του αποφέρει και μια καλύτερη ζωή και ο συγγραφέας απέθανε τελικά από την εύθραυστη του υγεία εντελώς μόνος και πικραμένος, σε ηλικία 43 ετών.

3

Η ιστορία μεταφράστηκε και επεξεργάστηκε από πολλούς συγγραφείς όπως ο Matteo Bandello ( 1554 ), o Boistuau και Bellforest ( 1559 ). To μεγάλο αφηγηματικό ποίημα με την ονομασία «Η Τραγική Ιστορία του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας» του Αrthur Brooke ( 1562 ) ήταν η κυριότερη πηγή που χρησιμοποίησε ο Σαίξπηρ για τη δική του συγγραφή.

Γενικά τα θέατρα που έγραψε ο Σαίξπηρ έχουν υποστεί πολλές προσαρμογές πάντα ανάλογα με την εποχή και τα γούστα της και σίγουρα το έργο « Ρωμαίος και η Ιουλιέτα » δεν αποτελούσε εξαίρεση. Το έργο είχε μεγάλη επιτυχία από την αρχή και έτσι πολλοί καταπιάστηκαν με αυτό, το οποίο και παρουσίασαν σε ελεύθερη διασκευή, σε διάφορες γλώσσες και σκηνικά.

Το 1682 έγινε μια αναπροσαρμογή του έργου από τον William Davenport που ήταν σε τόσο αργούς ρυθμούς η εξέλιξη της πλοκής του που περιγράφτηκε από το Samuel Repys ως η «Χειρότερη διασκευή που έγινε ποτέ». Το 1679 ο Thomas Otway διασκεύασε το ίδιο έργο τοποθετώντας το στη Ρώμη και το ονόμασε «Η ιστορία και η πτώση του Γάϊου Μάριου». Το έργο περιείχε πολύ περισσότερη ποίηση και άρχιζε με τον γνωστό στίχο Ω! Μarius Marius wherefore art thou Marius! – Ω Μarius, που είσαι ; Ίσως η σημαδιακότερη αλλαγή που έκανε ο Οtway ήταν που άφησε το πρωταγωνιστή να ζήσει μέχρι να ξυπνήσει η πρωταγωνίστρια και μέσα στη κρύπτη πεθαίνουν μαζί. Παρ`όλο που αυτή η διασκευή δεν είχε άμεση επιτυχία, φαίνεται ότι υπερείχε και επικράτησε για τα επόμενα 40 χρόνια.

Το 1744 μια άλλη παραγωγή έγινε με υλικό από δύο έργα, από το Ρωμαίο και την Ιουλιέτα και από το έργο « Οι δύο κύριοι της Βερόνας » καθώς και από το κείμενο του Otway.
Οι προσαρμογές τoυ David Garrick το 1748 και το 1750 καθιέρωσαν την μακρόχρονη φήμη του έργου που μέχρι το 1800 είχε παρουσιαστεί περισσότερο από 450 φορές, αφού είχε κάνει σοβαρές μετατροπές.
Μερικές βασικές αλλαγές ήταν ότι δεν υπήρχε ο χαρακτήρας της Ροζαλίντας, ότι η Ιουλιέτα ήταν 18 χρονών -ενώ στην αυθεντική ιστορία του Σαίξπηρ ήταν μόλις 13 χρονών - επίσης ότι η Ιουλιέτα είχε ξυπνήσει πρίν να πεθάνει ο Ρωμαίος ώστε οι δύο νέοι να μπορούν να μοιραστούν μια τελευταία στιγμή πάθους.

Το 19ον αιώνα το έργο του Thomas Bowdler «Οικογένεια Σαίξπηρ» είχε αποβάλει όλα τα άσεμνα στοιχεία και κατηγόρησε την σεξουαλική ωμότητα του πρωτότυπου. Στη δεκαετία του 1840 όμως είχαν γίνει πολλές προσπάθειες στην Αγγλία και Ηνωμένες Πολιτείες για να επαναφέρουν την αρχική εκδοχή του θεάτρου, αν και η άσεμνη πλευρά του έργου είχε μετριαστεί.

Σε μια άλλη εξέλιξη του έργου, ο ρόλος του Ρωμαίου ερμηνευόταν από γυναίκα ηθοποιό, που ήταν μια αντίθεση σε σχέση με τις συνήθειες της εποχής της βασιλείας της Ελισάβετ, όπου μόνο οι γυναικείοι ρόλοι ερμηνεύονταν από άνδρες μόνο. Γυναίκες ηθοποιοί άρχισαν να ερμηνεύουν επίσης και ρόλους όπως αυτό του Άμλετ, οπότε το κοινό του 19ου αιώνα εύκολα συνήθισε την μεταλλαγή.

Με τον ερχομό του 20ου αιώνα, είχαν γίνει πολλαπλές μετατροπές του έργου και μπορούσε να αγγίξει ένα ευρύτερο κοινό, με το έργο να αποτελεί μέρος της σχολικής ύλης και των παρουσιάσεων, εκπομπών ραδίου, τηλεόρασης και βίντεο. Ακόμα και αυτοί που δεν ήξεραν το έργο, το γνώρισαν μέσω αρκετών κωμωδιών που παρουσιάζονταν.

Ο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» έχει επίσης αποκτήσει οπαδούς για την μουσική πολύ περισσότερο από ότι αναμενόταν. Κανένα άλλο θεατρικό έργο του Σαίξπηρ δεν έχει εμπνεύσει τόσους πολλούς συνθέτες συμπεριλαμβανομένων των Βellini, Berlioz, Gounod, Tchaikovsky, Benda, Schwanberg, Malipiero και Bernstein.

 

ΤΟ ΜΠΑΛΕΤΟ ΤΟΥ ΚΡΕΜΛΙΝΟΥ

Το Κρατικό Μπαλέτο του Κρεμλίνου ιδρύθηκε το 1990 από το λαϊκό καλλιτέχνη της Ρωσίας, Αντρέϊ Πετρόφ. Είναι μια ανεξάρτητη ομάδα χορού, η οποία έχει σαν βάση τις παραδόσεις της Ρωσικής σχολής κλασικού μπαλέτου.

Το καλλιτεχνικό πιστεύω του Μπαλέτου είναι η διατήρηση και η διάδοση των παραδόσεων, αλλά και η δημιουργία νέων χορευτικών συνθέσεων.

Οι καλλιτέχνες που εργάζονται στο Κρατικό Μπαλέτου του Κρεμλίνου επιλέγονται σχολαστικά και είναι απόφοιτοι των καλύτερων χορευτικών σχολών της Ρωσίας, ιδιαίτερα της Μόσχας, της Αγίας Πετρούπολης και του Περμ. Πολλοί σολίστ έχουν έρθει στο Μπαλέτο από τα πιο φημισμένα θέατρα της Ρωσίας.

Ο Αντρέϊ Πετρόφ, καλλιτεχνικός διευθυντής του θεάτρου είναι απόφοιτος της περίφημης ρωσικής σχολής τέχνης «ΓΚΙΤΙΣ» της Μόσχας. Για 25 χρόνια υπήρξε σολίστ του «ΜΠΟΛΣΟΙ». Εργάστηκε με το μεγάλο χορογράφο του Μπολσόϊ, Γιούρι Γκριγκόροβιτς και σκηνοθέτησε πολλά μπαλέτα στη σκηνή του Μπολσόϊ και άλλων μεγάλων θεάτρων. Από το 1987 μέχρι το 1989 εργάστηκε ως διευθυντής της ομάδας χορού του Μπολσόϊ.

Στο Κρατικό Μπαλέτο του Κρεμλίνου διδάσκει σαν παιδαγωγός και η λαϊκή καλλιτέχνιδα της Ρωσίας και παγκοσμίου φήμης μπαλαρίνα Αικατερίνα Μαξίμοβα. Μαζί της εργάζεται μια άριστη ομάδα παιδαγωγών, οι περισσότεροι των οποίων υπήρξαν χορευτές και χορεύτριες του Μπολσοϊ – η λαϊκή καλλιτέχνιδα της Λευκορωσίας Αλεβτίνα Κορζενκόβα, η Ξένια Ριαμπίνκινα, η Νατάλια Βασκρεσέσνκαγια, ο λαϊκός καλλιτέχνης της Ρωσίας Βαντίμ Τεντέεβ και οι βραβευμένοι καλλιτέχνες ΄Ερικ Βαλόντιν και Βλαντιμίρ Κασιελιόβ.

Κατά την περίοδο της ύπαρξης του Μπαλέτου του Κρεμλίνου πολλοί από τους σολίστες του έχουν βραβευτεί σε διεθνείς διαγωνισμούς μπαλέτου και τα ονόματα τους έχουν γίνει γνωστά στον παγκόσμιο καλλιτεχνικό χώρο.

Μια από τις πιο διάσημες μπαλαρίνες της χορευτικής ομάδας του Κρεμλίνου, που ξεχωρίζει για την καλλιτεχνική της προσωπικότητα και το δικό της πρωτότυπο ύφος είναι η Σβετλάνα Ρομανόβα, βραβευμένη καλλιτέχνιδα της Ρωσίας. Οι ειδικοί του μπαλέτου εκτιμούν την ανεπανάληπτη σε κίνηση και τεχνική της έκφραση. Το καλλίγραμμο σώμα της υπογραμμίζει έντονα την ομορφιά και χάρη του κάθε της βήματος. Η ρομαντική φύση της μπαλαρίνας αυτής και η σκηνική της παρουσία επαναφέρει τις παραδόσεις του κλασσικού χορού, όπως αυτός εκφράστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα.

Από το 1991 το Κρατικό Μπαλέτο του Κρεμλίνου περιοδεύει σε πάρα πολλές χώρες του κόσμου. Παρουσιάστηκε στα μεγάλα θέατρα του Μεξικού, της Γαλλίας, της Αυστρίας, του Ισραήλ, της Κίνας κ.ά.

Από τα πιο ξεχωριστά έργα του Μπαλέτου του Κρεμλίνου είναι –

  1. Ναπολέων Βονοπάρτης
  2. Ρουσλαν και Λουντμιλλα
  3. Νοσταλγία
  4. Σταχτοπούτα
  5. Δον Κιχώτης

Η τελευταία δουλειά του Μπαλέτου είναι το σατιρικό έργο «Η Λεωφόρος του Νέφσκι», του μεγάλου Ρώσου συγγραφέα Ν. Γκογκόλ, σε μουσική Ντ. Σοστακόβιτς και Α. Σνίτκε.

Τις παραστάσεις του μπαλέτου συνοδεύει η Προεδρική Ορχήστρα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, υπό τη διεύθυνση του λαϊκού καλλιτέχνη της Ρωσίας, Πάβελ Οβσιάνικοβ.